“Αντάμα” Στον κύκλο της μετακινούμενης κτηνοτροφίας.

” Τα βρεγμένα ξύλα “σφύριζαν” και άφριζαν ανάμεσα στις φλόγες μέχρι να χάσουν την υγρασία τους, έπειτα καιγόντουσαν κι αυτά κάτω από το ψιλόβροχο που ακόμα δεν έλεγε να σταματήσει. Εμείς πάλι για ώρες προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε δίπλα τους, μάταια όμως· ήμασταν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο.
Η συζήτηση γινόταν στα όρθια, μακριά από την ειδυλλιακή εικόνα που έχει κανείς για κουβεντούλα γύρω από τη φωτιά. Παρόλα αυτά  δεν είχαμε χάσει το κέφι μας και οι ιστορίες δίνανε και πέρνανε.
<<Είναι καμιά εικοσαριά “κουδούνες” επάνω.>> μου λέει ο Γιάννης.
<<Έφυγαν πριν καμιά εβδομάδα μόνες τους, θα μας περιμένουν γύρω από την καλύβα.>>
<<Πως γίνεται αυτό;>> του λέω.
<<Έχω πολλές τέτοιες ιστορίες να σου διηγηθώ.>> μου απαντά.

Στα πυκνά, απέραντα δάση της Ροδόπης, απόκοσμοι ήχοι ζώων και φωνές ανθρώπων χάνονται για άλλη μια φορά μέσα στα λιβάδια, τα ρέματα και τις βουνοκορφές..
Βρισκόμαστε στη στιγμή που οι περισσότεροι σαρακατσάνοι – η φυλή των ορεσίβιων βοσκών που κυριαρχούσαν για αιώνες στην κτηνοτροφία και φυσικά στους βοσκότοπους στα πεδινά όσο και στα ορεινά της περιοχής- αφήνουν πίσω τους τα λιβάδια και τη νομαδική κτηνοτροφία. Σε αυτή τη στιγμή της ιστορίας, λοιπόν, μιά νέα γενιά κτηνοτρόφων κάνει την εμφάνιση της. Πρόσφυγες – κάποιοι – από χαμένες πατρίδες, βρίσκουν την ευκαιρία και δένουν τη ζωή τους με τον τόπο. Ένας από αυτούς και ο κ. Αναστάσης, πατέρας του Γιάννη, πρόσφυγας δεύτερης γενιάς από τον Πόντο.
Κρατώντας από τη μία ένα εισιτήριο που θα τον έκανε  μετανάστη και από την άλλη την επιλογή της σκληρής ζωής ενός κτηνοτρόφου, βγαίνει μια μέρα από ένα δίλημμα που θα καθορίσει τη ζωή του, τη ζωή της οικογένειας του αλλά και κάτι παραπάνω, την οικολογία ενός βιότοπου και τη συνέχιση μιας πρακτικής κτηνοτροφίας, που διατηρεί σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και ζώου, χαμένες στις απαρχές του ανθρώπινου είδους…


Μπαίνοντας στο δάσος

Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα από τα ξημερώματα… πρώτες πρωινές ώρες τώρα και εγώ βρίσκομαι ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο. Προσπαθώ να ετοιμάσω τις τελευταίες λεπτομέρειες, ουσιαστικά όμως απλά περιμένω με αγωνία το κοπάδι να φανεί.
Που και που ρίχνω μερικές ματιές έξω, τα σύννεφα καλύπτουν τις κορφές των δέντρων, ενώ δύο άλογα, μέσα από την περίφραξη του δασικού χωριού, βόσκουν ελεύθερα. Η καθημερινότητα, ακόμη και σε περιόδους υλοτομίας στα ορεινά της Ροδόπης, κυλάει ήρεμα.

Η οροσειρά της Ροδόπης, είναι ένας μαγικός τόπος στα νότια της Βαλκανικής χερσονήσου με πλούσια ιστορία, μύθους, βιοποικιλότητα και ομορφιά. Με το μεγαλύτερο μέρος της να ανήκει στη Βουλγαρία και το νοτιότερο μικρότερο κομμάτι της στην Ελλάδα,είναι ίσως το τελευταίο βιο-θησαυροφυλάκιο της Ευρώπης και πιστεύω ένα καταφύγιο για καθετί ζωντανό που ψάχνει να βρει ξανά τον χώρο αλλά και τον χρόνο για να ισορροπήσει μέσα του όσο και σε σχέση με τη φύση.

Από πριν είχαμε πει με τον Γιάννη να συναντηθούμε στο Δασικό χωριό του Ερύμανθου. Εκεί θα έμπαινα και εγώ στα δύο τελευταία σκέλη της τετραήμερης μετανάστευσης του κοπαδιού προς το Μ. Λιβάδι. Μια πορεία 35 χλμ περίπου (50χλμ ολόκληρη η διαδρομή με 1400μ υψομετρική διαφορά), που ξεκινούσε από τους στάβλους στον οικισμό Κρήνη έξω από το Παρανέστι, μέσα από κυρίως επαρχιακούς δρόμους, ως το σημείο που το κοπάδι θα άφηνε τους δρόμους και θα έμπαινε στο δάσος ή καλύτερα εκεί που οι δρόμοι θα σταματούσαν να ακολουθούν το κοπάδι.

Μέχρι το 1945 πολλά από τα βουνά της Ελλάδας ήταν σχεδόν απάτητα και χωρίς δρόμους· μόνος τρόπος πρόσβασης ήταν κάποια μονοπάτια από διάφορα μικρά εμπορικά καραβάνια, αλλά κυρίως η “πατέκα” (μονοπάτι από το πάτημα ζώων) που άφηναν πίσω τα κοπάδια στο πέρασμα τους. Μετά το ’45 όμως με τον εμφύλιο, όταν ο στρατός προσπαθούσε να “ξετρυπώσει” τους αντάρτες, αλλά και πιο πρόσφατα, τη δεκαετία του ’80, με την ανάπτυξη της υλοτομίας και άλλων δραστηριοτήτων στις περιοχές αυτές, οι δρόμοι άνοιξαν και η πρόσβαση μεγάλωσε.
Πολλοί από αυτούς τους δρόμους, λοιπόν, άνοιξαν βασιζόμενοι στις διαδρομές των κοπαδιών.

Το κινητό χτυπά, το σηκώνω και μέσα από παράσιτα και φασαρία προσπαθώ να καταλάβω. Τελικά η φωνή από την άλλη άκρη μου λέει να φύγω μακριά από τον δρόμο και να μπω μέσα από την περίφραξη. Το κάνω.

Αργότερα, μαθαίνω ότι πάντα σε αυτό το σημείο τα ζώα είναι νευρικά. Ένας άγριος σκύλος τους είχε επιτεθεί και αυτά, μετά από χρόνια, δεν έλεγαν να το ξεχάσουν.

Στέκομαι σε ένα ψηλό σημείο και περιμένω· σε λίγο από μακριά αρχίζει να ακούγεται ο σκληρός, κούφιος ήχος του μετάλλου που χτυπά δυνατά. Όλο και περισσότερο, όλο και πιο κοντά, δεκάδες κουδούνες βαράνε ασταμάτητα δημιουργώντας μια “σύγχυση” στην ατμόσφαιρα. Φορτώνω τον σάκο και περιμένω. Τώρα επιτέλους βλέπω από μακριά τις αγελάδες να πλησιάζουν… μένω σε απόσταση, όπως μου είχαν πει.

Αυτός ο τόπος είχε δει πολύ καλύτερες μέρες.. εμπόριο με τη χρήση διάσπαρτων μονοπατιών, μικρά ή μεγάλα γιοφύρια, μοναστήρια, χωριά, οικισμοί, καλύβες και η μετακινούμενη κτηνοτροφία στην ακμή της. Προσπαθώ να φανταστώ τα δεκάδες κοπάδια με τα εκατοντάδες ζώα (κυρίως αιγοπρόβατα) που για αιώνες μετανάστευαν από τα πεδινά βοσκοτόπια με τους ηπιότερους χειμώνες προς τα ορεινά και καλοκαιρινά βοσκοτόπια με την πλούσια βλάστηση και το ανάποδο.
Πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα.. εδώ, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κόσμου, οι αλλαγές ήταν ραγδαίες, η μεταπολεμική Ευρώπη άφησε πίσω της πολλά, και σε αυτή τη χώρα έγινε το ίδιο.
Όπως στην περίπτωση της μετακινούμενης κτηνοτροφίας που έδωσε τη θέση της στη σταυλισμενη, και η ζωή για ζώα και ανθρώπους άλλαξε ριζικά.

Αφού περνά το κοπάδι, ένας άντρας με κίτρινο αδιάβροχο πλησιάζει, ήταν ο Γιάννης.
<<Με έχουν τρελάνει από το πρωί, κάνουν συνεχώς τα δικά τους>>!!! λέει βιαστικά και μετά, λίγο πριν
χαθεί πίσω από τη στροφή μαζί με τον βοηθό του και ένα αγροτικό, μου φωνάζει…
<<Κάτσε εκεί που είσαι, θα έρθω να σε πάρω>>!!!
Στέκομαι για λίγο σκεπτικός, μετά αποφασίζω να τον αγνοήσω. Αρχίζω να ακολουθώ από απόσταση, νιώθω σαν το σκύλο που παρόλο που του έχουν πει να κάτσει στη θέση του, αυτός ακολουθεί πιστά αλλά και διστακτικά μην τυχόν και τον μαλώσουν.
Ξέρω που πάνε, λίγο πιο κάτω είναι η αρχή των μονοπατιών που βγάζουν στο Αρκουδόρεμα και κάτω από τη “Μαύρη πέτρα” το σημείο πρόσβασης προς το Μεγάλο Λιβάδι. Τους βλέπω να στέκονται μπροστά στην είσοδο του μονοπατιού δίπλα στο αγροτικό και οι αγελάδες άφαντες. Με πιάνει μια ανησυχία.. δεν ήθελα να χάσω αυτό το κομμάτι, πλησιάζω προς το όχημα.
<<Καλώς τον Αναστάση! >> μου λέει ο Γιάννης με χαμόγελο.
<<Γειά σε όλους! >> απαντώ.
Μέσα από το παλιό άσπρο αγροτικό αμάξι διακρίνω έναν ευτραφή κύριο. Είναι ο αδελφός του Γιάννη, Σάββας, ο οποίος καθισμένος στη θέση του οδηγού προσπαθεί με διάφορες ερωτήσεις να καταλάβει αν είμαι τρελός φυσιολάτρης ή κάτι άλλο.
<<Έχουμε δει πολλά εδώ πάνω, αλλά όχι κάτι τέτοιο. Σίγουρα δεν ψάχνεις τίποτα θησαυρούς; >>  μου λέει τελικά.
<<Για μένα αυτό εδώ είναι ο θησαυρός, να είμαι στο δάσος και ειδικά αυτή τη φορά μαζί σας, σε αυτό που κάνετε>>.Του απαντώ και κάπου εκεί νομίζω σιγουρεύεται για το είδος της τρέλας μου.
Λίγο πιο πέρα είναι και ο μικρότερος της παρέας, κι αυτός Τάσος, ο βοηθός βοσκός που βρήκε για αυτή τη δουλειά ο Γιάννης λίγες μέρες πριν. Συστηνόμαστε αλλά δεν λέμε και πολλά.. ήταν η ώρα του δεκατιανού και ήξερε ότι είχε μια μεγάλη μέρα μπροστά του. Θα είχαμε την ευκαιρία να πούμε πολλά στη διάρκεια των επόμενων ημερών.
Μετά και από τις τελευταίες μεταξύ τους συνεννοήσεις επιτέλους ξεκινούσαμε. Το μονοπάτι, όπως είπα, ήταν γνώριμο και με χαρά κατάλαβα τελικά ότι όλη αυτή τη διαδρομή μέσα από το πυκνό δάσος θα την κάναμε με το κοπάδι.

Λίγο αργότερα βρίσκομαι μέσα στο δάσος μαζί με τον Τάσο και τις αγελάδες που βόσκουν σε ένα ξέφωτο. Όλα πήγαιναν καλά. Ο Γιάννης έπρεπε να κανονίσει πρώτα κάτι εκκρεμότητες, έτσι θα τον βρίσκαμε στο τέλος της σημερινής διαδρομής, κοντά στην αποψινή κατασκήνωση.

Ο Τάσος που ήταν βοσκός, αλλά κυρίως είχε ασχοληθεί με μικρότερα ζώα, όπως πρόβατα και κατσίκια, δεν είχε μεγάλη εμπειρία από αυτά τα βουνά. Μετανάστης ο ίδιος από την Αλβανία είχε εγκατασταθεί με την οικογένεια του τα τελευταία χρόνια στην περιοχή και έκανε ό, τι δουλειά μπορούσε.
<<Έχεις ξανά ανέβει εδώ πάνω; >> τον ρωτώ.
<<Όχι, ήμουν στη Νότια Ελλάδα, εκεί ξέρω κάποια βουνά >>.
Ήταν νέος, γύρω στα τριάντα πέντε, αλλά είχε ήδη δύο μεγάλα παιδιά. Θα “τρώγαμε” πολλή βροχή μαζί τις επόμενες ώρες.


Ο ήλιος ήταν ακόμη καλά κρυμμένος πίσω από τα πυκνά σύννεφα, όμως είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Μούσκεμα και εξαντλημένοι πλέον, μοιραζόμαστε με τα σκυλιά λίγο από το κολατσιό μας. Βρισκόμασταν στους πρόποδες του οροπεδίου και λίγα μέτρα από τον χώρο κατασκήνωσης, οι αγελάδες έβοσκαν -αμέριμνες – μες την βροχή, και εγώ προσπαθούσα να βάλω άτακτες εικόνες και σκέψεις σε μια σειρά. Όλη τη μέρα έτρεχα πίσω από το κοπάδι προσπαθώντας να βγάλω μια φωτογραφία που θα έδειχνε αυτό που έβλεπα αλλά κυρίως αυτό που ένιωθα. Η βροχή και η συμπεριφορά τους δεν βοηθούσε, πέρα από αυτό όμως, αυτά τα ζώα είχαν κάτι που δεν περίμενα να συναντήσω.

Μόλις βλέπουμε και τον Γιάννη με το φορτωμένο όχημα να ανεβαίνει. Σηκώνομαι και πλησιάζω.
<<Ποιο είναι το πλάνο; >> τον ρωτώ.
<<Πάμε να στήσουμε την κατασκήνωση. Αύριο θα έρθουν να πάρουν το αμάξι και εμείς θα ανέβουμε επάνω στο λιβάδι με τα πόδια από το “μνήμα του Σπύρου” >>. μου απαντά.
Κάπου εκεί καταλαβαίνω ότι η διαδρομή είναι λίγο διαφορετική από αυτή που υπολόγιζα. Δεν με πείραζε, ίσα ίσα θα ήταν και πιο ενδιαφέρον. Απλά αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να κουβαλάω ένα σάκο πάνω από 20 κιλά μέχρι την κορυφή και να φωτογραφίζω ταυτόχρονα..όχι ότι έκανα και κάτι άλλο όλη μέρα.

Μετά από λίγο βρισκόμαστε στην τρίτη (πρώτη για εμένα) αυτοσχέδια κατασκήνωση, λίγο πριν από την τελευταία ώθηση προς την κορυφή και το “Μεγάλο Λιβάδι” . Το κοπάδι είχε απομακρυνθεί από εμάς και είχε βρει καταφύγιο μέσα στο πυκνό δάσος. Μαζί του και δύο από τα τέσσερα σκυλιά που το συνόδευαν σε όλη τη διαδρομή.
<<Αυτά δεν πρόκειται να ζυγώσουν>> μου λέει ο Γιάννης,  <<ετσι είναι μαθημένα, δεν αφήνουν το κοπάδι ποτέ, ζουν μαζί του >>, συνεχίζει.
Νομίζω ότι κάπως έτσι ήταν μαθημένος και αυτός, από μικρό παιδί δίπλα στο κοπάδι και κάτω από την έμπειρη καθοδήγηση του πατέρα του.

<<Τι σου αρέσει περισσότερο στα ζώα σου; >> τον ρωτώ.
<< Το ένστικτο τους! >> μου απαντά άμεσα και με σιγουριά. <<Μπορεί να τους δίνω μία κατεύθυνση το πρωί για βοσκή, αυτά να μένουν γύρω από την καλύβα με πεντακάθαρο ουρανό και μετά από λίγο να γίνεται ο κακός χαλασμός με βροχή και καταιγίδα.
Μοσχαράκια που γεννήθηκαν στο βουνό  βρίσκουν τον δρόμο προς τη στάνη κάτω στον κάμπο μέσα σε μια νύχτα.
Περίεργα πράγματα… εσύ πώς το εξηγείς αυτό; >> συνήθιζε να λέει στο τέλος μιας τέτοιας ιστορίας.

Δεν ήξερα αν αυτό που “έπαιρνα” εγώ από τα ζώα ήταν αυτό το ένστικτο, ίσως δεν είχα και τη μακρόχρονη βιωματική εμπειρία για κάτι τέτοιο. Όμως ένιωθα την περιέργεια στα μεγάλα μαύρα μάτια τους, ένιωθα τον φόβο τους αλλά και ταυτόχρονα τον έλεγχο των κινήσεων και προθέσεων μου. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, κάτι που κατάλαβα σχεδόν από την πρώτη στιγμή…εμείς δεν ήμασταν αυτοί που οδηγούσαμε το κοπάδι στο βουνό.



Στο οροπέδιο

<<Τάσοοο!!! Στείλτες όλες πάνω!!!>> Φωνάζει στον βοηθό του ο Γιάννης, καθώς περιμένουμε δίπλα από το κοπάδι σε ένα ξέφωτο. Ήταν κάπου έξι το πρωί και από νωρίς έχουμε ξεστήσει και μπει στο δάσος και τους πρόποδες του οροπεδίου. Τα ζώα έχουν τους δικούς τους ρυθμούς, αλλά έπρεπε να συγχρονιστούμε.
Ακούω τα βήματα μου, κάνουν σαν να πατούν σε μαλακό χιόνι. Ο παγετός που έπεσε νωρίτερα μου θυμίζει το πόσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες στο βουνό αρχές του Ιούνη.


Στη διάρκεια της ανάβασης, μέσα από κλαδιά, ανοίγματα και τις σκιές των δέντρων, παρατηρώ τις αγελάδες, τα μικρά μοσχαράκια, τις ηλικιωμένες και τον εντυπωσιακό ταύρο. Κάθε βήμα προς την κορυφή είναι για αυτές εύκολο· μια χαλαρή διαδικασία με συνεχείς στάσεις για γεύματα. Ενώ εμείς με τα άγχη μας, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, και με μια εμφανή σωματική προσπάθεια.

Κάποια στιγμή το προηγούμενο βράδυ ο Γιάννης μου εξηγούσε για τις δυσκολίες αυτής της διαδικασίας. Την τετραήμερη κοινή πορεία με τα ζώα στο βουνό, τα υπέρ και τα κατά της μετακινούμενης κτηνοτροφίας και τις δυσκολίες του κλάδου στις μέρες μας. Όταν μου είπε όμως ότι όλοι οι υπόλοιπα κτηνοτρόφοι μετακινούν τα ζώα τους από την άλλη μεριά του οροπεδίου  μέσω δρόμων και πολλές φορές με φορτηγά μεταφοράς ζώων, η ερώτηση μου ήρθε αβίαστα.
<<Και εσύ γιατί δεν κάνεις το ίδιο; >>
<<Μακάρι να μπορούσα! >> μου απαντά.
<< Και τι σε εμποδίζει; >>
Η απάντηση που μου έδωσε μετά νομίζω ότι εμπεριείχε και την ουσία όλης αυτής της αποστολής.
<< Οταν ο πατέρας μου ξεκίνησε αυτή τη δουλειά, δεν υπήρχαν δρόμοι για το “Ουλού Γιαλά”. Τότε ξεκινούσαν με τα άλογα και τα μουλάρια και συνόδευαν τα ζώα μέσα από τα μονοπάτια σε βουνό και δάσος για να τα ανεβάσουν πάνω, πολλές φορές και μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο. Αυτά τα ζώα τώρα δεν ξέρουν άλλο δρόμο, μόνο αυτόν, μέσα από τα ορεινά δάση>>.
Δεν τον αδικώ, είναι λογικό να θέλει να κάνει τη ζωή του ευκολότερη. Μπορεί για μας όλο αυτό να φαντάζει ρομαντικό και περιπετειώδες, αλλά γι αυτόν είναι ακόμη μια δυσκολία στην ήδη δύσκολη δουλειά του.


Φτάνουμε κορυφή, επιτέλους μπροστά μας απλώνεται και το μοναδικό “Ουλού Γιαλά” (Μεγάλο Λιβάδι). Ένα οροπέδιο στα 1500μ με δεκάδες μικρά και μεγάλα λιβάδια, ρυάκια, δάση από οξιά αλλά κυρίως δασική Πεύκη και μια πλούσια πανίδα που μεταξύ πολλών άλλων περιλαμβάνει αρκούδες, λύκους και ένα κοπάδι από τα εντυπωσιακά κόκκινα ελάφια.

Αφήνουμε για λίγο τα βάρη μας και στεκόμαστε στην άκρη ενός λόφου, ενώ το κοπάδι ήρεμο πια από τις συνεχείς προτροπές των δύο ποιμένων, βόσκει ατάραχο χαμηλά.
<< Αυτός είναι ο παράδεισος μου!!! >>
λέει ο Γιάννης. Τον κοιτώ και βλέπω τη χαρά στο πρόσωπο του· χαμογελώ και εγώ. Μετά από λίγο τρίβει τα χέρια του,
<<έχει λίγο κρύο στον παράδεισο, αλλά έτσι είναι στον παράδεισο, πρέπει να έχει και λίγο κρύο >>..γελάμε και οι τρεις.

Οι δυο τους κατηφορίζουν, εγώ στέκομαι για λίγο και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Κοιτώ το τοπίο.. η άγρια δύση της Ροδόπης, όπως μου αρέσει να λέω συχνά, με τα λιβάδια της και την ήπια, πεδινή γεωγραφία της δεν παύει να με συγκινεί κάθε φορά που έρχομαι εδώ. Και τώρα, επιτέλους, μαζί με τους βοσκούς και το κοπάδι νιώθω κι εγώ κομμάτι της, μακριά από τις φευγαλέες επισκέψεις, δίπλα στους ανθρώπους και τις ιστορίες τους.
Διασχίζουμε δάση, ρυάκια και τα λιβάδια το ένα μετά το άλλο, “περπατάμε στο νερό”, η υγρασία από το ψηλό χορτάρι μας έχει  βρεγμένους μέχρι τα γόνατα… όμως τώρα βλέπουμε στην άκρη του λόφου την καλύβα και τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία.

<< Βάλε ξύλα στη φωτιά και κράτα την καλύβα ζεστή, εμείς θα πάμε να ανοίξουμε τα νερά. >> μου λέει ο Γιάννης. Όταν έρχεσαι για πρώτη φορά μετά από τον βαρύ χειμώνα γνωρίζεις πως πρέπει να γίνουν πρώτα κάποιες βασικές δουλειές. Ρίχνω ένα δύο κούτσουρα και κοιτώ έξω από την ανοιχτή πόρτα. Ο καιρός άρχισε να “μαζεύει” πάλι.. σύντομα θα ξεκινούσε και ένα μπουρίνι με χαλάζι, που κι αυτό θα με έβρισκε πάλι έξω.

Βλέποντας τον χάρτη στο κινητό ξεκινώ τη μικρή μου εξερεύνηση στην περιοχή. Μετά από μια όμορφη κυκλική πορεία, στέκομαι μπροστά σε ένα γνώριμο λιβάδι και κοιτώ μακριά προς τον δρόμο για την καλύβα. Νιώθω και ακούω το χαλάζι να πέφτει στην κουκούλα μου, βλέπω τις αγελάδες μαζεμένες κάτω από τα δέντρα και θυμάμαι τα λόγια του Γιάννη, “το ένστικτό τους”!

Η εσωτερική πυξίδα του καθενός σκέφτομαι, αποφάσεις, είτε από επιλογή είτε από εξαναγκασμό… ο καθένας βλέπει την πυξίδα/ένστικτο μέσα του και προχωρά. Κάπως έτσι πρέπει να ξεκίνησε και ο κοινός μας κύκλος· άνθρωπος και ζώα  αντάμωσαν και έδεσαν τις ζωές τους.
Τα παρατηρώ… άραγε ξέρουν τη μοίρα τους; Δεν έχουν όλα την ίδια και σίγουρα οι ζωές τους είναι πολύ μακριά από τον άρρωστο κύκλο που τους έχουμε επιβάλει στις μεγάλες βιομηχανίες.
Λίγο πιο πέρα βλέπω τη μάνα με ένα νεογέννητο μοσχαράκι· είναι ένα από τα ζώα, μια μάνα, που έσπασε τον κύκλο και άνοιξε για λίγο τον δικό της  έχοντας έρθει νωρίτερα να γεννήσει στο βουνό. Τελικά ίσως και να μην μας έχουν και τόσο ανάγκη, εάν μια μέρα βγούμε από αυτόν τον κύκλο…

Πολύ νωρίς το πρωί και ξυπνάω απότομα από τις μακρόσυρτες, κάπως μελωδικές, φωνές του Γιάννη. Μου έρχεται στο μυαλό το στοίχημα που βάλαμε εχθές το βράδυ. Το πρωί μου είχε πει ότι θα φώναζε για καλημέρα τις αγελάδες και ότι αυτές, λέει, όλες τους, θα απαντούσαν από το λιβάδι και θα έρχονταν κοντά του. Δεν είχα λόγο να μην τον πιστέψω, όμως λόγω της παρέας και της περιέργειας έβαλα το στοίχημα και ξύπνησα για να δω. Και να που φυσικά είχε δίκιο.. όσο αυτός φώναζε τόσο περισσότερο αυτές απαντούσαν με το χαρακτηριστικό τους μουγκρητό και όσο αυτός συνέχιζε τόσο περισσότερα κουδούνια άρχισαν να ακούγονται ολο και πιο κοντά στον λόφο που ήταν η καλύβα.
Η ερμηνεία της κατάστασης βέβαια ήταν λιγότερο ευφάνταστη από ότι θα ήθελαν κάποιοι, ωστόσο όμως είχε πολύ ενδιαφέρον.

Αυτό που δεν γνωρίζουν πολλοί, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, είναι ότι τα ζώα, και όχι μόνο οι αγελάδες, θέλουν αν τακτά χρονικά διαστήματα αλάτι. Όσο εσύ λοιπόν δεν τους δίνεις, αυτά θα ψάχνουν από μόνα τους στη φύση τα μέταλλα και άλατα που θέλουν, όταν όμως εσύ τους τα παρέχεις, αυτά ανταποκρίνονται…απαντώντας στην “καλημέρα” και αναζητώντας αυτό που τους έταξες.

Το προηγούμενο βράδυ είχαμε καταφέρει, παρά το κρύο, να στήσουμε ένα μικρό γλέντι και έτσι να βρούμε την ευκαιρία να πούμε μερικές από τις ομορφότερες ιστορίες. Ο καθένας από τη δική  του σκοπιά και τα δικά του βιώματα. Όσο προχωρούσε η νύχτα όμως και η κουβέντα άνοιγε, αυτό που γινόταν σαφές ήταν ότι δεν μπορούσες να συμφωνείς σε όλα, για αυτό και βέβαια αυτές οι συζητήσεις είχαν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Υπήρξε όμως ένα πράγμα στο οποίο συμφωνήσαμε όλοι, ένα πράγμα που ο καθένας από τη μεριά του έβλεπε καθαρά και αυτό ήταν η ανάγκη να προστατευτούν αυτά τα παρθένα οικοσυστήματα. 


Οι απειλές πολλές, από τις κυριότερες  όμως η κρατική απαξίωση, με υπηρεσίες που λειτουργούν με περιορισμένους πόρους και προσωπικό, ο απαρχαιωμένος σχεδιασμός διαχείρισης και ανάπτυξης, η λαθροθηρία και φυσικά τώρα τελευταία, η άναρχη, ασεβής και τις περισσότερες φορές μη νόμιμη “πράσινη ανάπτυξη” με την εγκατάσταση τον ανεμογεννητριών.
Αφού μαζεύουμε τα πράγματα και φορτώνουμε το αμάξι, ο Γιάννης προτείνει να με πάει μέχρι την άκρη του οροπεδίου και το σημείο από όπου θα κατέβαινα ξανά κάτω στα μονοπάτια που οδηγούσαν στο δασικό χωριό. Ο ίδιος έπρεπε να κατέβει κάτω για ανεφοδιασμό. Στην αρχή αρνούμαι ευγενικά.. ήθελα να χαρώ για τελευταία φορά τη διαδρομή. Τελικά όμως δέχομαι και έτσι ικανοποιώ άλλη μια φορά το φιλόξενο πνεύμα του Γιάννη που τρεις μέρες τώρα μέσα σε όλα αυτά μου έδειξε τόση καλοσύνη, βάζοντας με έστω και για λίγο στη δύσκολη αλλά και ταυτόχρονα συναρπαστική ζωή του.

Ένα μικρό άνοιγμα στην άκρη αυτής της ορεινής κοιλάδας μου επιτρέπει να δω τον δρόμο που έχω μπροστά μου μέσα από τα πυκνά δάση της ορεινής Ξάνθης ως τον προορισμό μου. Κοιτάω γύρω μου όλη αυτή την άγρια ομορφιά και με πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι, <<οχι και εδώ πράσινη ανάπτυξη >> ψελλίζω στα χείλη. Είμαι αρκετά αισιόδοξος άνθρωπος και πιστεύω ότι πάντα κάτι θα γίνει την τελευταία στιγμή για να αποτρέψει το κακό και για αυτό ίσως φταίνε οι πολλές ταινίες με χάπι εντ που μας “τάισαν” όλα αυτα τα χρόνια. Όμως τώρα, μετά από όλα αυτά που ζούμε καθημερινά σε αυτή τη χώρα, το σενάριο αυτό μου φαίνεται όλο και πιο μακρινό.
Κατηφορίζω, φτάνω στο σημείο της προχθεσινής κατασκήνωσης και βλέπω μέσα στο δάσος κάπου δεκαπέντε αγελάδες και έναν ταύρο να ανηφορίζουν προς το οροπέδιο. Έχουν λίγο δρόμο ακόμα, σκέφτομαι, είναι ελεύθερα και όμως δεν σπάνε τον κύκλο.

<< Είδες πολλές αγελάδες στο βουνό μπαμπά; >> Με ρωτάει η κόρη μου, καθώς ρίχνω μια πρώτη ματιά στο φωτογραφικό υλικό.   
<<Ναι, πολλές.. Έλα να δεις! >> της απαντώ.
Μαζί της ξαναβιώνω και εγώ τον πρώτο ενθουσιασμό όταν έβλεπα το κοπάδι να χάνεται μέσα στο δάσος. <<Θα σε πάρω μια μέρα μαζί μου>> της λέω, όμως την ίδια στιγμή νιώθω ότι μπορεί και να την κοροϊδεύω.

Η μετακινούμενη κτηνοτροφία ανήκει πλέον στον αντιπροσωπευτικό κατάλογο της ” Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας ” (UNESCO) και αυτό είναι κάτι ελπιδοφόρο. Ο τρόπος ζωής αυτών των κτηνοτρόφων όμως χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια καταχώρηση σε λίστα για να επιβιώσει. Ειδικά στην περίπτωση του Γιάννη που δυστυχώς ακόμη δεν φαίνεται να έχει συνεχιστή. 
Η ζωή του κτηνοτρόφου είναι σίγουρα πολύ δύσκολη. Το να την ζεις όμως, έστω και για λίγο, ξυπνά μέσα σου αρχαία, πρωτόγονα ένστικτα. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι δεν ήρθαμε εδώ ούτε αφύσικα αλλά ούτε και ασύνδετοι με το περιβάλλον και το παρελθόν μας. Μπορεί να χανόμαστε καθημερινά στη ρουτίνα της “σύγχρονης” ζωής μας, όμως ο δρόμος οσο και η πυξίδα είναι εκεί έξω, εμείς απλά πρέπει να προσανατολιστούμε· και τότε είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε ξανά το μέτρο όσο και τον προορισμό μας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: