“Μετά από αυτό το ευχάριστο διάλειμμα θα ακολουθούσε το επόμενο κομμάτι της διαδρομής.. αυτό το ένα και μοναδικό χιλιόμετρο μέχρι το δασικό δρόμο, που θα ήταν αρκετό για να βάλει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο εγχείρημα της μερικής διάσχισης της Οροσειράς της Ροδόπης αλλά και να κλονίσει την εμπιστοσύνη του αδελφού μου σε εμένα και την πορεία μας…”

«Μπα φίλε, μου αρέσει το βουνό αλλά δεν έχω τέτοια τρέλα» μου λέει ο Χρήστος, όταν του λέω αναλυτικά τα σχέδια μας γι’αυτό το τριήμερο. Ο Χρηστάρας είναι φίλος αλλά και ιδιοκτήτης του κρεοπωλείου “Σίλλη” στο Παρανέστι και η γνωριμία μας κρατάει χρόνια. Είχαμε γνωριστεί ένα κρύο πρωινό του Οκτώβρη στο Μ.Λιβάδι όταν μας βρήκε ( εμένα και τον φίλο Γιάννη) σχεδόν παγωμένους να φωτογραφίζουμε λίγο έξω από την καλύβα και στάνη του. Τώρα, Παρασκευή πρωί στο Παρανέστι τα λέγαμε έξω από το κρεοπωλείο του και καταλήγαμε στις τελευταίες λεπτομέρειες, μιας και ο Χρήστος θα μας βοηθούσε να ανέβουμε στο παρθένο δάσος του Φρακτού. Λίγο αργότερα ήταν όλα έτοιμα..το όχημα μας περίμενε στην πλατεία του χωριού και η περιπέτεια που περίμενα τόσο καιρό θα ξεκινούσε….

Καθώς ανεβαίναμε προς το Φρακτό, έριχνα που και που κλεφτές ματιές στο πίσω κάθισμα όπου καθόταν ο αδελφός μου, κι αυτός Χρήστος. Ήταν η πρώτη φορά που με ακολούθησε σε μια από τις ετήσιες εξορμήσεις μου, και μάλιστα στη μεγαλύτερη και απαιτητικότερη όλων. Ήταν λογικό λοιπόν να έχω την αγωνία αλλά και την ευθύνη να του δείξω όλα όσα ήξερα αλλά και να τον οδηγήσω με ασφάλεια μέχρι το τέλος αυτής της περιπέτειας. Ο Χρήστος, παρότι σε άριστη φυσική κατάσταση ( personal trainer και χρόνια αθλητής), δεν είχε καμία εμπειρία από πεζοπορία αλλά και την όλη λογική και φιλοσοφία του βουνού. Επιπλέον ήταν ένας πολύτεκνος πατέρας τριών υπέροχων κοριτσιών ( τις ανιψιές μου) και αυτό έκανε την ευθύνη ακόμα μεγαλύτερη.
Ήταν για εμάς μία μοναδική ευκαιρία να φύγουμε μαζί από τις υποχρεώσεις και σκοτούρες της καθημερινότητας και να τα πούμε όπως παλιά, τότε που ο χρόνος της παιδικής μας ηλικίας έμοιαζε ατελείωτος. Και θα είχαμε, όπως τότε, όλο αυτό τον χρόνο να τα πούμε, αλλά και να δοκιμάσουμε τη σχέση μας μέσα από τις δυσκολίες που μας περίμεναν.

Είναι Σάββατο πρωί και τρώμε πρωινό..θα ακολουθούσε μια πορεία 25 χιλιομέτρων από το δασικό εργοτάξιο του Φρακτού μέχρι το δασικό εργοτάξιο της Στάμνας. Σχολιάζουμε με ενθουσιασμό τις πρώτες εμπειρίες του Χρήστου στο δάσος και την κατασκήνωση..τις πυγολαμπίδες που μας κράτησαν παρέα μέχρι να κοιμηθούμε, την απίστευτη γεύση από άγριες φράουλες, ακόμα και τα ζεστά νουντλς για βραδινό.
Βέβαια για όποιον ξέρει τον αδερφό μου γνωρίζει καλά ότι το ζήτημα φαΐ παίζει βασικότατο ρόλο στη ζωή του.
Ενθουσιώδης ερασιτέχνης μάγειρας μας έχει ταΐσει κατά καιρούς πιάτα από όλες τις κουζίνες του κόσμου. Γι’αυτό και τόσο στην προετοιμασία της εξόρμησης όσο και στο πρόγραμμα της φρόντισα η γαστρονομία να έχει εξέχουσα θέση. Αυτός πάλι φρόντισε να έχει όλα τα απαραίτητα σνακ.. όπως το διάσημο, πλέον, beef jerky ( αποξηραμένο μοσχαρίσιο κρέας με μαρινάδα).

Μετά το πρωινό φορτώνουμε σακίδια και εξοπλισμό στην πλάτη και ξεκινάμε πορεία για το τέλος του ρέματος του Αχλαδοχωρίου και την πρώτη μας στάση. Όλα πήγαιναν καλά, ήταν μια υπεροχή διαδρομή δίπλα στο ρέμα. Παντού έβλεπες σημάδια της άγριας ζωής, όπως αυτά μιας αρκούδας δίπλα από μια σπασμένη αγριοκερασιά. Δεν αργούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, στο πέτρινο γεφύρι κάπου ανάμεσα στο ρέμα του Αχλαδοχωρίου, Φαρασινού και Αετορέματος.


«Θα κάνουμε μια βουτιά στο ποτάμι»; Μου λέει ο Χρήστος. Η ζέστη, παρότι βουνό, ήταν υψηλή για την εποχή και αυτός έψαχνε την ευκαιρία από εχθές.
«Έγινε» του λέω, γλυκοκοιτώντας τα γάργαρα νερά «έχουμε χρόνο».
Σίγουρα ήταν μία καλή ευκαιρία να χαλαρώσουμε και να χαρούμε το βουνό, όμως ήταν και κάτι άλλο, κάτι που δεν ήξερε καλά ο αδερφός μου. Μετά από αυτό το ευχάριστο διάλειμμα θα ακολουθούσε το επόμενο κομμάτι της διαδρομής.. αυτό το ένα και μοναδικό χιλιόμετρο μέχρι τον δασικό δρόμο, που θα ήταν αρκετό για να βάλει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο εγχείρημα της μερικής διάσχισης της Οροσειράς της Ροδόπης αλλά και να κλονίσει την εμπιστοσύνη του αδελφού μου σε εμένα και την πορεία μας…


Αφού αρματωθούμε βρίσκουμε ένα ήσυχο σημείο του ρέματος και περνάμε απέναντι. Μπροστά μας τώρα βρίσκεται ένα πυκνό δάσος με μία ανάβαση trekking από τα 700μ. στα 1100μ.
Έχει ήδη περάσει μια βασανιστική ώρα τραβερσάροντας, γλιστρώντας και ανεβαίνοντας μέσα στην πυκνή βλάστηση. Σηκώνοντας το βλέμμα μπροστά ή μάλλον επάνω, τα πράγματα δεν δείχνουν καλύτερα.
«Εγώ δε βλέπω κορυφή»…μου λέει ο Χρήστος
« Εκεί είναι » του λέω, «τι λες, να την περάσαμε και να μην το καταλάβαμε;»
Ήταν πραγματικά μια δύσκολη στιγμή..το ήδη μεγάλο βάρος από τα σακίδια το αισθανόμασταν τώρα διπλό από την κούραση και την κλίση, ενώ τα πόδια ήταν γεμάτα πληγές από κλαδιά, πέτρες και τσιμπήματα από τσουκνίδες. Χειρότερα όμως από όλα ήταν η ψυχολογία. Ο καθένας μας για τους δικούς του λόγους είχε μπει σε ένα ψυχοφθόρο κύκλο, που σε μένα τουλάχιστον έφερνε στο μυαλό κάτι από την αγωνία του Σύσιφου.
Έχει περάσει άλλη μισή ώρα και παλεύω με τη λογική…το θέμα, σκέφτομαι, δεν είναι το αν θα φτάσουμε στο δασικό δρόμο αλλά το πότε. Ενώ από την άλλη μεριά της πλαγιάς βλέπω τον Χρήστο σε ένα οριακό σημείο, ίσως έτοιμο να χάσει και αυτή την λίγη πίστη που του είχε μείνει…

Και τη στιγμή εκείνη που ήμασταν σχεδόν έτοιμοι να τα παρατήσουμε όλα αλλάζουν.. ανάμεσα από τα κλαδιά και τη χαμηλή βλάστηση σιγά σιγά βλέπουμε βράχια, τα βράχια της κορυφής. Πλησιάζουμε… το βουνό επιτέλους αρχίζει να “υποχωρεί” και ένα αχνό μονοπάτι φαίνεται να οδηγεί στο δασικό δρόμο και τη λύτρωση. Βγαίνοντας στο δρόμο τα πόδια μου κοκαλώνουν και σχεδόν πέφτω. Αυτή η μάχη είχε απώλειες, τόσο σε σωματικό επίπεδο, όσο και σε πνευματικό.

Μετά από άλλα 7χιλ με τσακισμένα πόδια και ηθικό, κάνουμε κατασκήνωση στο εργοτάξιο της Στάμνας. Εκείνο το βράδυ δεν λέμε πολλά..ένα από τα λίγα όμως ήταν και μια συγγνώμη. Ήταν πρωτάρης στο βουνό και εγώ του είχα ζητήσει παρά πολλά, πολύ περισσότερα από μία όμορφη βόλτα στη φύση. Κυριότερα όμως ένιωθα ότι είχε χάσει την εμπιστοσύνη του σε μένα και ότι έπρεπε να την κερδίσω πίσω!

Το πρωινό είναι μαγικό! Στα 1600μ υψόμετρο η Στάμνα προσφέρει μία υπέροχη θέα στα γύρω βουνά, ενώ στο τέλος ενός χορταριασμένου δρόμου βρίσκεται η περίφραξη και η πύλη του εργοταξίου. Πηδάμε τον φράχτη, λιγότερο κινηματογραφικά και περισσότερο σαν τσακισμένοι σαραντάρηδες, και ξεκινάμε για το δεύτερο κομμάτι της διαδρομής προς το Μ.λιβάδι.


Το άτυπο πλάνο ήταν να ξεχάσουμε το χθεσινό και να επικεντρωθούμε στη σημερινή κατασκήνωση, παρόλα αυτά δεν τα καταφέρναμε. Κάποια στιγμή τις συζητήσεις και τις σκέψεις μας, ευτυχώς, σταματά το πέρασμα ενός ζαρκαδιού. Καθώς σκύβω για να πιάσω την κάμερα όμως, μία άλλη εικόνα “τραβάει” τη ματιά μου, η χνουδωτή μπάλα ενός αγριοράδικου.

Στην αρχή δεν καταλαβαίνω γιατί στέκεται τόσο πολύ το βλέμμα μου, τόσο ώστε να την φωτογραφίσω. Μετά από λίγο αυτή η εικόνα όμως θα απαντούσε σε όλους μου τους προβληματισμούς. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπα μπροστά μου απλά ένα φυτό, αλλά την αγωνία κάθε πλάσματος στη γη για ζωή. Ήταν ο τρόπος που έδινε στους σπόρους του την καλύτερη δυνατή ευκαιρία για ζωή που με καθήλωσε και με έβαλε σε σκέψεις. Από μικροί εγώ και αδελφός μου μάθαμε να παλεύουμε, ακόμη και για τα στοιχειώδη. Αυτές οι μνήμες μένουν, από βιώματα γίνονται εικόνες και σε καθορίζουν. Από νωρίς, παιδιά μονογονεϊκής οικογένειας, βλέπαμε τη μάνα μας να δίνει μάχες καθημερινά σε ένα εχθρικό γι’αυτή περιβάλλον και έτσι μάθαμε κι εμείς να παλεύουμε. Ήταν όλες αυτές οι μάχες που μας μεγάλωσαν και μας έφταναν μέχρι το σήμερα. Για εμάς, η χθεσινή περιπέτεια και όλη μας γενικά η πορεία ήταν απλά μία ακόμη μικρή μάχη που δόθηκε και δινόταν. Από εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι θα ήμασταν μία χαρά, και πράγματι τα χαμόγελα δεν άργησαν να έρθουν.


Στο δυτικό τμήμα του Μ. Λιβαδιού υπάρχει μία κρήνη με κιόσκι. Εκεί βρήκαμε τον χρόνο για μια στάση και ανασυγκρότηση. Το Μ. Λιβάδι έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, κάθε γωνιά του έχει και μία ανάμνηση. Μοιράστηκα με τον Χρήστο μερικές από αυτές τις αναμνήσεις καθώς τα λέγαμε στη δροσιά της. Μία από αυτές τις αναμνήσεις – ιστορίες ήταν και αυτή με τον Γιάννη, βοσκό σε αυτά τα μέρη. Πρίν λίγα χρόνια είχα τη χαρά να περάσω λίγες μέρες μαζί του καθώς ανεβάσαμε το κοπάδι με τις αγελάδες στο οροπέδιο. Είναι ένας όμορφος άνθρωπος που πάντα θεωρούσα φίλο! Γι’αυτό και για πολλούς άλλους λόγους, η καλύβα του θα ήταν η επόμενη μας στάση και κατασκήνωση.

Τους βρήκαμε να πίνουν καφέ μέσα στην περίφραξη της καλύβας. Ήταν μία όμορφη οικογενειακή παρέα που απολάμβανε τις ομορφιές του βουνού. Αφού είπαμε τα νέα μας και έγιναν οι κατάλληλες συστάσεις, δώσαμε ραντεβού για βραδινό τσιμπούσι και πήγαμε να στήσουμε τη σκηνή μας όσο είχε ακόμη φως.

Φάγαμε, ήπιαμε και γελάσαμε εκείνο το βράδυ μαζί. Και νομίζω ότι η βραδιά αυτή στην καλύβα του Γιάννη ήταν και η στιγμή που το βουνό και το δάσος κέρδισε για τα καλά την καρδιά του αδερφού μου. Ήταν ο τέλειος συνδυασμός βουνίσιας ζωής και γαστρονομίας …

Χαράζει…με τους γνώριμους ήχους του δάσους και για μας ξημερώνει το τελευταίο σκέλος της διαδρομής, αυτό από την καλύβα του Γιάννη στο οροπέδιο μέχρι στο δασικό χωριό του Ερύμανθου. Δεν βιαζόμαστε.. πίνουμε καφεδάκι με την παρέα και σιγά σιγά ετοιμαζόμαστε. Ευγνώμονες από τη ζεστή φιλοξενία χαιρετούμε και ξεκινάμε.

Τη μισή διαδρομή μέχρι την άκρη του οροπεδίου την κάνουμε μέσα από τα μονοπάτια του δάσους με το Μάκη, Αλβανό βοσκό που προσφέρεται να μας οδηγήσει λέγοντας μας ένα σωρό τρελές ιστορίες. Πριν κατηφορίσουμε προς το Αρκουδόρεμα, στεκόμαστε για λίγο στην άκρη του οροπεδίου και αγναντεύουμε για ώρα την πράσινη απέραντη θάλασσα δάσους που λέγεται οροσειρά της Ροδόπης. Ήταν τόσες πολλές οι φορές που είχα περιγράψει αυτές τις εικόνες στον αδελφό μου, και άλλες τόσες που του είχα αφηγηθεί ιστορίες σαν αυτή που ζούσαμε τώρα που έκανε τη χαρά μου διπλή.

Το κομμάτι αυτό είχε μια μικρή δυσκολία μέχρι να βγεις στο ρέμα αλλά γενικά ήταν εύκολο. Άσε που στο τέλος ήξερες ότι σε περίμενε καλό φαΐ και μία ακόμη καλύτερη παρέα στο δασικό χωριό με τον Θανάση και την παρέα του.
Προς το μεσημεράκι μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Λίγα μέτρα μας χωρίζουν από το τέλος μιας υπέροχης περιπέτειας. Τα συναισθήματα είναι γλυκόπικρα..από την μια χαίρεσαι που ολοκληρώνεις με επιτυχία και ασφάλεια μια περιπέτεια, αλλά από την άλλη ξέρεις ότι την αφήνεις πίσω με ό, τι αυτή φέρνει μαζί της. Το γιορτάζουμε όμως, με φωνές, αγκαλιές και χαμόγελα!!!
« Έτσι είναι στο βουνό, ο ένας βοηθά τον άλλον.» λέει στον αδελφό μου ο Θανάσης καθώς κατηφορίζουμε με το τζιπάκι του προς το Καρυόφυτο. Χαμογελώ. Έτσι είναι, και ο Χρήστος το έζησε από πρώτο χέρι. Για εμένα ήταν ένα μικρό-μεγάλο όνειρο που έγινε πραγματικότητα, για τον Χρήστο όμως ήταν πολλά παραπάνω. Μετά από αυτή μας την περιπέτεια ο αδελφός μου θα ξεκινούσε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του. Η επαφή του με τη φύση θα μεγάλωνε, με οικογενειακά ταξίδια στα βουνά αλλά κυρίως με τη συμμετοχή του σε αγώνες ορεινού τρεξίματος και πεζοπορίες που θα κάναμε πότε μαζί και πότε με μεγαλύτερη παρέα. Είναι ωραίο να βλέπεις το πώς η φύση ενεργεί επάνω σε έναν άνθρωπο..τον αλλάζει, τον επανασυνδέει και τον ισορροπεί απλά και μόνο ζώντας μέσα της έστω και για λίγο…

Εξαιρετικό κείμενο, φανταστικές φωτογραφίες, γέλασα πολύ με το «εγώ δεν βλέπω κορυφή» 😂
LikeLike