“Αντάμα” Στον κύκλο της μετακινούμενης κτηνοτροφίας.

” Τα βρεγμένα ξύλα “σφύριζαν” και άφριζαν ανάμεσα στις φλόγες μέχρι να χάσουν την υγρασία τους, έπειτα καιγόντουσαν κι αυτά κάτω από το ψιλόβροχο που ακόμα δεν έλεγε να σταματήσει. Εμείς πάλι για ώρες προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε δίπλα τους, μάταια όμως· ήμασταν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο.
Η συζήτηση γινόταν στα όρθια, μακριά από την ειδυλλιακή εικόνα που έχει κανείς για κουβεντούλα γύρω από τη φωτιά. Παρόλα αυτά  δεν είχαμε χάσει το κέφι μας και οι ιστορίες δίνανε και πέρνανε.
<<Είναι καμιά εικοσαριά “κουδούνες” επάνω.>> μου λέει ο Γιάννης.
<<Έφυγαν πριν καμιά εβδομάδα μόνες τους, θα μας περιμένουν γύρω από την καλύβα.>>
<<Πως γίνεται αυτό;>> του λέω.
<<Έχω πολλές τέτοιες ιστορίες να σου διηγηθώ.>> μου απαντά.

Στα πυκνά, απέραντα δάση της Ροδόπης, απόκοσμοι ήχοι ζώων και φωνές ανθρώπων χάνονται για άλλη μια φορά μέσα στα λιβάδια, τα ρέματα και τις βουνοκορφές..
Βρισκόμαστε στη στιγμή που οι περισσότεροι σαρακατσάνοι – η φυλή των ορεσίβιων βοσκών που κυριαρχούσαν για αιώνες στην κτηνοτροφία και φυσικά στους βοσκότοπους στα πεδινά όσο και στα ορεινά της περιοχής- αφήνουν πίσω τους τα λιβάδια και τη νομαδική κτηνοτροφία. Σε αυτή τη στιγμή της ιστορίας, λοιπόν, μιά νέα γενιά κτηνοτρόφων κάνει την εμφάνιση της. Πρόσφυγες – κάποιοι – από χαμένες πατρίδες, βρίσκουν την ευκαιρία και δένουν τη ζωή τους με τον τόπο. Ένας από αυτούς και ο κ. Αναστάσης, πατέρας του Γιάννη, πρόσφυγας δεύτερης γενιάς από τον Πόντο.
Κρατώντας από τη μία ένα εισιτήριο που θα τον έκανε  μετανάστη και από την άλλη την επιλογή της σκληρής ζωής ενός κτηνοτρόφου, βγαίνει μια μέρα από ένα δίλημμα που θα καθορίσει τη ζωή του, τη ζωή της οικογένειας του αλλά και κάτι παραπάνω, την οικολογία ενός βιότοπου και τη συνέχιση μιας πρακτικής κτηνοτροφίας, που διατηρεί σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και ζώου, χαμένες στις απαρχές του ανθρώπινου είδους…


Μπαίνοντας στο δάσος

Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα από τα ξημερώματα… πρώτες πρωινές ώρες τώρα και εγώ βρίσκομαι ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο. Προσπαθώ να ετοιμάσω τις τελευταίες λεπτομέρειες, ουσιαστικά όμως απλά περιμένω με αγωνία το κοπάδι να φανεί.
Που και που ρίχνω μερικές ματιές έξω, τα σύννεφα καλύπτουν τις κορφές των δέντρων, ενώ δύο άλογα, μέσα από την περίφραξη του δασικού χωριού, βόσκουν ελεύθερα. Η καθημερινότητα, ακόμη και σε περιόδους υλοτομίας στα ορεινά της Ροδόπης, κυλάει ήρεμα.

Η οροσειρά της Ροδόπης, είναι ένας μαγικός τόπος στα νότια της Βαλκανικής χερσονήσου με πλούσια ιστορία, μύθους, βιοποικιλότητα και ομορφιά. Με το μεγαλύτερο μέρος της να ανήκει στη Βουλγαρία και το νοτιότερο μικρότερο κομμάτι της στην Ελλάδα,είναι ίσως το τελευταίο βιο-θησαυροφυλάκιο της Ευρώπης και πιστεύω ένα καταφύγιο για καθετί ζωντανό που ψάχνει να βρει ξανά τον χώρο αλλά και τον χρόνο για να ισορροπήσει μέσα του όσο και σε σχέση με τη φύση.

Από πριν είχαμε πει με τον Γιάννη να συναντηθούμε στο Δασικό χωριό του Ερύμανθου. Εκεί θα έμπαινα και εγώ στα δύο τελευταία σκέλη της τετραήμερης μετανάστευσης του κοπαδιού προς το Μ. Λιβάδι. Μια πορεία 35 χλμ περίπου (50χλμ ολόκληρη η διαδρομή με 1400μ υψομετρική διαφορά), που ξεκινούσε από τους στάβλους στον οικισμό Κρήνη έξω από το Παρανέστι, μέσα από κυρίως επαρχιακούς δρόμους, ως το σημείο που το κοπάδι θα άφηνε τους δρόμους και θα έμπαινε στο δάσος ή καλύτερα εκεί που οι δρόμοι θα σταματούσαν να ακολουθούν το κοπάδι.

Μέχρι το 1945 πολλά από τα βουνά της Ελλάδας ήταν σχεδόν απάτητα και χωρίς δρόμους· μόνος τρόπος πρόσβασης ήταν κάποια μονοπάτια από διάφορα μικρά εμπορικά καραβάνια, αλλά κυρίως η “πατέκα” (μονοπάτι από το πάτημα ζώων) που άφηναν πίσω τα κοπάδια στο πέρασμα τους. Μετά το ’45 όμως με τον εμφύλιο, όταν ο στρατός προσπαθούσε να “ξετρυπώσει” τους αντάρτες, αλλά και πιο πρόσφατα, τη δεκαετία του ’80, με την ανάπτυξη της υλοτομίας και άλλων δραστηριοτήτων στις περιοχές αυτές, οι δρόμοι άνοιξαν και η πρόσβαση μεγάλωσε.
Πολλοί από αυτούς τους δρόμους, λοιπόν, άνοιξαν βασιζόμενοι στις διαδρομές των κοπαδιών.

Το κινητό χτυπά, το σηκώνω και μέσα από παράσιτα και φασαρία προσπαθώ να καταλάβω. Τελικά η φωνή από την άλλη άκρη μου λέει να φύγω μακριά από τον δρόμο και να μπω μέσα από την περίφραξη. Το κάνω.

Αργότερα, μαθαίνω ότι πάντα σε αυτό το σημείο τα ζώα είναι νευρικά. Ένας άγριος σκύλος τους είχε επιτεθεί και αυτά, μετά από χρόνια, δεν έλεγαν να το ξεχάσουν.

Στέκομαι σε ένα ψηλό σημείο και περιμένω· σε λίγο από μακριά αρχίζει να ακούγεται ο σκληρός, κούφιος ήχος του μετάλλου που χτυπά δυνατά. Όλο και περισσότερο, όλο και πιο κοντά, δεκάδες κουδούνες βαράνε ασταμάτητα δημιουργώντας μια “σύγχυση” στην ατμόσφαιρα. Φορτώνω τον σάκο και περιμένω. Τώρα επιτέλους βλέπω από μακριά τις αγελάδες να πλησιάζουν… μένω σε απόσταση, όπως μου είχαν πει.

Αυτός ο τόπος είχε δει πολύ καλύτερες μέρες.. εμπόριο με τη χρήση διάσπαρτων μονοπατιών, μικρά ή μεγάλα γιοφύρια, μοναστήρια, χωριά, οικισμοί, καλύβες και η μετακινούμενη κτηνοτροφία στην ακμή της. Προσπαθώ να φανταστώ τα δεκάδες κοπάδια με τα εκατοντάδες ζώα (κυρίως αιγοπρόβατα) που για αιώνες μετανάστευαν από τα πεδινά βοσκοτόπια με τους ηπιότερους χειμώνες προς τα ορεινά και καλοκαιρινά βοσκοτόπια με την πλούσια βλάστηση και το ανάποδο.
Πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα.. εδώ, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κόσμου, οι αλλαγές ήταν ραγδαίες, η μεταπολεμική Ευρώπη άφησε πίσω της πολλά, και σε αυτή τη χώρα έγινε το ίδιο.
Όπως στην περίπτωση της μετακινούμενης κτηνοτροφίας που έδωσε τη θέση της στη σταυλισμενη, και η ζωή για ζώα και ανθρώπους άλλαξε ριζικά.

Αφού περνά το κοπάδι, ένας άντρας με κίτρινο αδιάβροχο πλησιάζει, ήταν ο Γιάννης.
<<Με έχουν τρελάνει από το πρωί, κάνουν συνεχώς τα δικά τους>>!!! λέει βιαστικά και μετά, λίγο πριν
χαθεί πίσω από τη στροφή μαζί με τον βοηθό του και ένα αγροτικό, μου φωνάζει…
<<Κάτσε εκεί που είσαι, θα έρθω να σε πάρω>>!!!
Στέκομαι για λίγο σκεπτικός, μετά αποφασίζω να τον αγνοήσω. Αρχίζω να ακολουθώ από απόσταση, νιώθω σαν το σκύλο που παρόλο που του έχουν πει να κάτσει στη θέση του, αυτός ακολουθεί πιστά αλλά και διστακτικά μην τυχόν και τον μαλώσουν.
Ξέρω που πάνε, λίγο πιο κάτω είναι η αρχή των μονοπατιών που βγάζουν στο Αρκουδόρεμα και κάτω από τη “Μαύρη πέτρα” το σημείο πρόσβασης προς το Μεγάλο Λιβάδι. Τους βλέπω να στέκονται μπροστά στην είσοδο του μονοπατιού δίπλα στο αγροτικό και οι αγελάδες άφαντες. Με πιάνει μια ανησυχία.. δεν ήθελα να χάσω αυτό το κομμάτι, πλησιάζω προς το όχημα.
<<Καλώς τον Αναστάση! >> μου λέει ο Γιάννης με χαμόγελο.
<<Γειά σε όλους! >> απαντώ.
Μέσα από το παλιό άσπρο αγροτικό αμάξι διακρίνω έναν ευτραφή κύριο. Είναι ο αδελφός του Γιάννη, Σάββας, ο οποίος καθισμένος στη θέση του οδηγού προσπαθεί με διάφορες ερωτήσεις να καταλάβει αν είμαι τρελός φυσιολάτρης ή κάτι άλλο.
<<Έχουμε δει πολλά εδώ πάνω, αλλά όχι κάτι τέτοιο. Σίγουρα δεν ψάχνεις τίποτα θησαυρούς; >>  μου λέει τελικά.
<<Για μένα αυτό εδώ είναι ο θησαυρός, να είμαι στο δάσος και ειδικά αυτή τη φορά μαζί σας, σε αυτό που κάνετε>>.Του απαντώ και κάπου εκεί νομίζω σιγουρεύεται για το είδος της τρέλας μου.
Λίγο πιο πέρα είναι και ο μικρότερος της παρέας, κι αυτός Τάσος, ο βοηθός βοσκός που βρήκε για αυτή τη δουλειά ο Γιάννης λίγες μέρες πριν. Συστηνόμαστε αλλά δεν λέμε και πολλά.. ήταν η ώρα του δεκατιανού και ήξερε ότι είχε μια μεγάλη μέρα μπροστά του. Θα είχαμε την ευκαιρία να πούμε πολλά στη διάρκεια των επόμενων ημερών.
Μετά και από τις τελευταίες μεταξύ τους συνεννοήσεις επιτέλους ξεκινούσαμε. Το μονοπάτι, όπως είπα, ήταν γνώριμο και με χαρά κατάλαβα τελικά ότι όλη αυτή τη διαδρομή μέσα από το πυκνό δάσος θα την κάναμε με το κοπάδι.

Λίγο αργότερα βρίσκομαι μέσα στο δάσος μαζί με τον Τάσο και τις αγελάδες που βόσκουν σε ένα ξέφωτο. Όλα πήγαιναν καλά. Ο Γιάννης έπρεπε να κανονίσει πρώτα κάτι εκκρεμότητες, έτσι θα τον βρίσκαμε στο τέλος της σημερινής διαδρομής, κοντά στην αποψινή κατασκήνωση.

Ο Τάσος που ήταν βοσκός, αλλά κυρίως είχε ασχοληθεί με μικρότερα ζώα, όπως πρόβατα και κατσίκια, δεν είχε μεγάλη εμπειρία από αυτά τα βουνά. Μετανάστης ο ίδιος από την Αλβανία είχε εγκατασταθεί με την οικογένεια του τα τελευταία χρόνια στην περιοχή και έκανε ό, τι δουλειά μπορούσε.
<<Έχεις ξανά ανέβει εδώ πάνω; >> τον ρωτώ.
<<Όχι, ήμουν στη Νότια Ελλάδα, εκεί ξέρω κάποια βουνά >>.
Ήταν νέος, γύρω στα τριάντα πέντε, αλλά είχε ήδη δύο μεγάλα παιδιά. Θα “τρώγαμε” πολλή βροχή μαζί τις επόμενες ώρες.


Ο ήλιος ήταν ακόμη καλά κρυμμένος πίσω από τα πυκνά σύννεφα, όμως είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Μούσκεμα και εξαντλημένοι πλέον, μοιραζόμαστε με τα σκυλιά λίγο από το κολατσιό μας. Βρισκόμασταν στους πρόποδες του οροπεδίου και λίγα μέτρα από τον χώρο κατασκήνωσης, οι αγελάδες έβοσκαν -αμέριμνες – μες την βροχή, και εγώ προσπαθούσα να βάλω άτακτες εικόνες και σκέψεις σε μια σειρά. Όλη τη μέρα έτρεχα πίσω από το κοπάδι προσπαθώντας να βγάλω μια φωτογραφία που θα έδειχνε αυτό που έβλεπα αλλά κυρίως αυτό που ένιωθα. Η βροχή και η συμπεριφορά τους δεν βοηθούσε, πέρα από αυτό όμως, αυτά τα ζώα είχαν κάτι που δεν περίμενα να συναντήσω.

Μόλις βλέπουμε και τον Γιάννη με το φορτωμένο όχημα να ανεβαίνει. Σηκώνομαι και πλησιάζω.
<<Ποιο είναι το πλάνο; >> τον ρωτώ.
<<Πάμε να στήσουμε την κατασκήνωση. Αύριο θα έρθουν να πάρουν το αμάξι και εμείς θα ανέβουμε επάνω στο λιβάδι με τα πόδια από το “μνήμα του Σπύρου” >>. μου απαντά.
Κάπου εκεί καταλαβαίνω ότι η διαδρομή είναι λίγο διαφορετική από αυτή που υπολόγιζα. Δεν με πείραζε, ίσα ίσα θα ήταν και πιο ενδιαφέρον. Απλά αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να κουβαλάω ένα σάκο πάνω από 20 κιλά μέχρι την κορυφή και να φωτογραφίζω ταυτόχρονα..όχι ότι έκανα και κάτι άλλο όλη μέρα.

Μετά από λίγο βρισκόμαστε στην τρίτη (πρώτη για εμένα) αυτοσχέδια κατασκήνωση, λίγο πριν από την τελευταία ώθηση προς την κορυφή και το “Μεγάλο Λιβάδι” . Το κοπάδι είχε απομακρυνθεί από εμάς και είχε βρει καταφύγιο μέσα στο πυκνό δάσος. Μαζί του και δύο από τα τέσσερα σκυλιά που το συνόδευαν σε όλη τη διαδρομή.
<<Αυτά δεν πρόκειται να ζυγώσουν>> μου λέει ο Γιάννης,  <<ετσι είναι μαθημένα, δεν αφήνουν το κοπάδι ποτέ, ζουν μαζί του >>, συνεχίζει.
Νομίζω ότι κάπως έτσι ήταν μαθημένος και αυτός, από μικρό παιδί δίπλα στο κοπάδι και κάτω από την έμπειρη καθοδήγηση του πατέρα του.

<<Τι σου αρέσει περισσότερο στα ζώα σου; >> τον ρωτώ.
<< Το ένστικτο τους! >> μου απαντά άμεσα και με σιγουριά. <<Μπορεί να τους δίνω μία κατεύθυνση το πρωί για βοσκή, αυτά να μένουν γύρω από την καλύβα με πεντακάθαρο ουρανό και μετά από λίγο να γίνεται ο κακός χαλασμός με βροχή και καταιγίδα.
Μοσχαράκια που γεννήθηκαν στο βουνό  βρίσκουν τον δρόμο προς τη στάνη κάτω στον κάμπο μέσα σε μια νύχτα.
Περίεργα πράγματα… εσύ πώς το εξηγείς αυτό; >> συνήθιζε να λέει στο τέλος μιας τέτοιας ιστορίας.

Δεν ήξερα αν αυτό που “έπαιρνα” εγώ από τα ζώα ήταν αυτό το ένστικτο, ίσως δεν είχα και τη μακρόχρονη βιωματική εμπειρία για κάτι τέτοιο. Όμως ένιωθα την περιέργεια στα μεγάλα μαύρα μάτια τους, ένιωθα τον φόβο τους αλλά και ταυτόχρονα τον έλεγχο των κινήσεων και προθέσεων μου. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, κάτι που κατάλαβα σχεδόν από την πρώτη στιγμή…εμείς δεν ήμασταν αυτοί που οδηγούσαμε το κοπάδι στο βουνό.



Στο οροπέδιο

<<Τάσοοο!!! Στείλτες όλες πάνω!!!>> Φωνάζει στον βοηθό του ο Γιάννης, καθώς περιμένουμε δίπλα από το κοπάδι σε ένα ξέφωτο. Ήταν κάπου έξι το πρωί και από νωρίς έχουμε ξεστήσει και μπει στο δάσος και τους πρόποδες του οροπεδίου. Τα ζώα έχουν τους δικούς τους ρυθμούς, αλλά έπρεπε να συγχρονιστούμε.
Ακούω τα βήματα μου, κάνουν σαν να πατούν σε μαλακό χιόνι. Ο παγετός που έπεσε νωρίτερα μου θυμίζει το πόσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες στο βουνό αρχές του Ιούνη.


Στη διάρκεια της ανάβασης, μέσα από κλαδιά, ανοίγματα και τις σκιές των δέντρων, παρατηρώ τις αγελάδες, τα μικρά μοσχαράκια, τις ηλικιωμένες και τον εντυπωσιακό ταύρο. Κάθε βήμα προς την κορυφή είναι για αυτές εύκολο· μια χαλαρή διαδικασία με συνεχείς στάσεις για γεύματα. Ενώ εμείς με τα άγχη μας, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, και με μια εμφανή σωματική προσπάθεια.

Κάποια στιγμή το προηγούμενο βράδυ ο Γιάννης μου εξηγούσε για τις δυσκολίες αυτής της διαδικασίας. Την τετραήμερη κοινή πορεία με τα ζώα στο βουνό, τα υπέρ και τα κατά της μετακινούμενης κτηνοτροφίας και τις δυσκολίες του κλάδου στις μέρες μας. Όταν μου είπε όμως ότι όλοι οι υπόλοιπα κτηνοτρόφοι μετακινούν τα ζώα τους από την άλλη μεριά του οροπεδίου  μέσω δρόμων και πολλές φορές με φορτηγά μεταφοράς ζώων, η ερώτηση μου ήρθε αβίαστα.
<<Και εσύ γιατί δεν κάνεις το ίδιο; >>
<<Μακάρι να μπορούσα! >> μου απαντά.
<< Και τι σε εμποδίζει; >>
Η απάντηση που μου έδωσε μετά νομίζω ότι εμπεριείχε και την ουσία όλης αυτής της αποστολής.
<< Οταν ο πατέρας μου ξεκίνησε αυτή τη δουλειά, δεν υπήρχαν δρόμοι για το “Ουλού Γιαλά”. Τότε ξεκινούσαν με τα άλογα και τα μουλάρια και συνόδευαν τα ζώα μέσα από τα μονοπάτια σε βουνό και δάσος για να τα ανεβάσουν πάνω, πολλές φορές και μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο. Αυτά τα ζώα τώρα δεν ξέρουν άλλο δρόμο, μόνο αυτόν, μέσα από τα ορεινά δάση>>.
Δεν τον αδικώ, είναι λογικό να θέλει να κάνει τη ζωή του ευκολότερη. Μπορεί για μας όλο αυτό να φαντάζει ρομαντικό και περιπετειώδες, αλλά γι αυτόν είναι ακόμη μια δυσκολία στην ήδη δύσκολη δουλειά του.


Φτάνουμε κορυφή, επιτέλους μπροστά μας απλώνεται και το μοναδικό “Ουλού Γιαλά” (Μεγάλο Λιβάδι). Ένα οροπέδιο στα 1500μ με δεκάδες μικρά και μεγάλα λιβάδια, ρυάκια, δάση από οξιά αλλά κυρίως δασική Πεύκη και μια πλούσια πανίδα που μεταξύ πολλών άλλων περιλαμβάνει αρκούδες, λύκους και ένα κοπάδι από τα εντυπωσιακά κόκκινα ελάφια.

Αφήνουμε για λίγο τα βάρη μας και στεκόμαστε στην άκρη ενός λόφου, ενώ το κοπάδι ήρεμο πια από τις συνεχείς προτροπές των δύο ποιμένων, βόσκει ατάραχο χαμηλά.
<< Αυτός είναι ο παράδεισος μου!!! >>
λέει ο Γιάννης. Τον κοιτώ και βλέπω τη χαρά στο πρόσωπο του· χαμογελώ και εγώ. Μετά από λίγο τρίβει τα χέρια του,
<<έχει λίγο κρύο στον παράδεισο, αλλά έτσι είναι στον παράδεισο, πρέπει να έχει και λίγο κρύο >>..γελάμε και οι τρεις.

Οι δυο τους κατηφορίζουν, εγώ στέκομαι για λίγο και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Κοιτώ το τοπίο.. η άγρια δύση της Ροδόπης, όπως μου αρέσει να λέω συχνά, με τα λιβάδια της και την ήπια, πεδινή γεωγραφία της δεν παύει να με συγκινεί κάθε φορά που έρχομαι εδώ. Και τώρα, επιτέλους, μαζί με τους βοσκούς και το κοπάδι νιώθω κι εγώ κομμάτι της, μακριά από τις φευγαλέες επισκέψεις, δίπλα στους ανθρώπους και τις ιστορίες τους.
Διασχίζουμε δάση, ρυάκια και τα λιβάδια το ένα μετά το άλλο, “περπατάμε στο νερό”, η υγρασία από το ψηλό χορτάρι μας έχει  βρεγμένους μέχρι τα γόνατα… όμως τώρα βλέπουμε στην άκρη του λόφου την καλύβα και τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία.

<< Βάλε ξύλα στη φωτιά και κράτα την καλύβα ζεστή, εμείς θα πάμε να ανοίξουμε τα νερά. >> μου λέει ο Γιάννης. Όταν έρχεσαι για πρώτη φορά μετά από τον βαρύ χειμώνα γνωρίζεις πως πρέπει να γίνουν πρώτα κάποιες βασικές δουλειές. Ρίχνω ένα δύο κούτσουρα και κοιτώ έξω από την ανοιχτή πόρτα. Ο καιρός άρχισε να “μαζεύει” πάλι.. σύντομα θα ξεκινούσε και ένα μπουρίνι με χαλάζι, που κι αυτό θα με έβρισκε πάλι έξω.

Βλέποντας τον χάρτη στο κινητό ξεκινώ τη μικρή μου εξερεύνηση στην περιοχή. Μετά από μια όμορφη κυκλική πορεία, στέκομαι μπροστά σε ένα γνώριμο λιβάδι και κοιτώ μακριά προς τον δρόμο για την καλύβα. Νιώθω και ακούω το χαλάζι να πέφτει στην κουκούλα μου, βλέπω τις αγελάδες μαζεμένες κάτω από τα δέντρα και θυμάμαι τα λόγια του Γιάννη, “το ένστικτό τους”!

Η εσωτερική πυξίδα του καθενός σκέφτομαι, αποφάσεις, είτε από επιλογή είτε από εξαναγκασμό… ο καθένας βλέπει την πυξίδα/ένστικτο μέσα του και προχωρά. Κάπως έτσι πρέπει να ξεκίνησε και ο κοινός μας κύκλος· άνθρωπος και ζώα  αντάμωσαν και έδεσαν τις ζωές τους.
Τα παρατηρώ… άραγε ξέρουν τη μοίρα τους; Δεν έχουν όλα την ίδια και σίγουρα οι ζωές τους είναι πολύ μακριά από τον άρρωστο κύκλο που τους έχουμε επιβάλει στις μεγάλες βιομηχανίες.
Λίγο πιο πέρα βλέπω τη μάνα με ένα νεογέννητο μοσχαράκι· είναι ένα από τα ζώα, μια μάνα, που έσπασε τον κύκλο και άνοιξε για λίγο τον δικό της  έχοντας έρθει νωρίτερα να γεννήσει στο βουνό. Τελικά ίσως και να μην μας έχουν και τόσο ανάγκη, εάν μια μέρα βγούμε από αυτόν τον κύκλο…

Πολύ νωρίς το πρωί και ξυπνάω απότομα από τις μακρόσυρτες, κάπως μελωδικές, φωνές του Γιάννη. Μου έρχεται στο μυαλό το στοίχημα που βάλαμε εχθές το βράδυ. Το πρωί μου είχε πει ότι θα φώναζε για καλημέρα τις αγελάδες και ότι αυτές, λέει, όλες τους, θα απαντούσαν από το λιβάδι και θα έρχονταν κοντά του. Δεν είχα λόγο να μην τον πιστέψω, όμως λόγω της παρέας και της περιέργειας έβαλα το στοίχημα και ξύπνησα για να δω. Και να που φυσικά είχε δίκιο.. όσο αυτός φώναζε τόσο περισσότερο αυτές απαντούσαν με το χαρακτηριστικό τους μουγκρητό και όσο αυτός συνέχιζε τόσο περισσότερα κουδούνια άρχισαν να ακούγονται ολο και πιο κοντά στον λόφο που ήταν η καλύβα.
Η ερμηνεία της κατάστασης βέβαια ήταν λιγότερο ευφάνταστη από ότι θα ήθελαν κάποιοι, ωστόσο όμως είχε πολύ ενδιαφέρον.

Αυτό που δεν γνωρίζουν πολλοί, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, είναι ότι τα ζώα, και όχι μόνο οι αγελάδες, θέλουν αν τακτά χρονικά διαστήματα αλάτι. Όσο εσύ λοιπόν δεν τους δίνεις, αυτά θα ψάχνουν από μόνα τους στη φύση τα μέταλλα και άλατα που θέλουν, όταν όμως εσύ τους τα παρέχεις, αυτά ανταποκρίνονται…απαντώντας στην “καλημέρα” και αναζητώντας αυτό που τους έταξες.

Το προηγούμενο βράδυ είχαμε καταφέρει, παρά το κρύο, να στήσουμε ένα μικρό γλέντι και έτσι να βρούμε την ευκαιρία να πούμε μερικές από τις ομορφότερες ιστορίες. Ο καθένας από τη δική  του σκοπιά και τα δικά του βιώματα. Όσο προχωρούσε η νύχτα όμως και η κουβέντα άνοιγε, αυτό που γινόταν σαφές ήταν ότι δεν μπορούσες να συμφωνείς σε όλα, για αυτό και βέβαια αυτές οι συζητήσεις είχαν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Υπήρξε όμως ένα πράγμα στο οποίο συμφωνήσαμε όλοι, ένα πράγμα που ο καθένας από τη μεριά του έβλεπε καθαρά και αυτό ήταν η ανάγκη να προστατευτούν αυτά τα παρθένα οικοσυστήματα. 


Οι απειλές πολλές, από τις κυριότερες  όμως η κρατική απαξίωση, με υπηρεσίες που λειτουργούν με περιορισμένους πόρους και προσωπικό, ο απαρχαιωμένος σχεδιασμός διαχείρισης και ανάπτυξης, η λαθροθηρία και φυσικά τώρα τελευταία, η άναρχη, ασεβής και τις περισσότερες φορές μη νόμιμη “πράσινη ανάπτυξη” με την εγκατάσταση τον ανεμογεννητριών.
Αφού μαζεύουμε τα πράγματα και φορτώνουμε το αμάξι, ο Γιάννης προτείνει να με πάει μέχρι την άκρη του οροπεδίου και το σημείο από όπου θα κατέβαινα ξανά κάτω στα μονοπάτια που οδηγούσαν στο δασικό χωριό. Ο ίδιος έπρεπε να κατέβει κάτω για ανεφοδιασμό. Στην αρχή αρνούμαι ευγενικά.. ήθελα να χαρώ για τελευταία φορά τη διαδρομή. Τελικά όμως δέχομαι και έτσι ικανοποιώ άλλη μια φορά το φιλόξενο πνεύμα του Γιάννη που τρεις μέρες τώρα μέσα σε όλα αυτά μου έδειξε τόση καλοσύνη, βάζοντας με έστω και για λίγο στη δύσκολη αλλά και ταυτόχρονα συναρπαστική ζωή του.

Ένα μικρό άνοιγμα στην άκρη αυτής της ορεινής κοιλάδας μου επιτρέπει να δω τον δρόμο που έχω μπροστά μου μέσα από τα πυκνά δάση της ορεινής Ξάνθης ως τον προορισμό μου. Κοιτάω γύρω μου όλη αυτή την άγρια ομορφιά και με πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι, <<οχι και εδώ πράσινη ανάπτυξη >> ψελλίζω στα χείλη. Είμαι αρκετά αισιόδοξος άνθρωπος και πιστεύω ότι πάντα κάτι θα γίνει την τελευταία στιγμή για να αποτρέψει το κακό και για αυτό ίσως φταίνε οι πολλές ταινίες με χάπι εντ που μας “τάισαν” όλα αυτα τα χρόνια. Όμως τώρα, μετά από όλα αυτά που ζούμε καθημερινά σε αυτή τη χώρα, το σενάριο αυτό μου φαίνεται όλο και πιο μακρινό.
Κατηφορίζω, φτάνω στο σημείο της προχθεσινής κατασκήνωσης και βλέπω μέσα στο δάσος κάπου δεκαπέντε αγελάδες και έναν ταύρο να ανηφορίζουν προς το οροπέδιο. Έχουν λίγο δρόμο ακόμα, σκέφτομαι, είναι ελεύθερα και όμως δεν σπάνε τον κύκλο.

<< Είδες πολλές αγελάδες στο βουνό μπαμπά; >> Με ρωτάει η κόρη μου, καθώς ρίχνω μια πρώτη ματιά στο φωτογραφικό υλικό.   
<<Ναι, πολλές.. Έλα να δεις! >> της απαντώ.
Μαζί της ξαναβιώνω και εγώ τον πρώτο ενθουσιασμό όταν έβλεπα το κοπάδι να χάνεται μέσα στο δάσος. <<Θα σε πάρω μια μέρα μαζί μου>> της λέω, όμως την ίδια στιγμή νιώθω ότι μπορεί και να την κοροϊδεύω.

Η μετακινούμενη κτηνοτροφία ανήκει πλέον στον αντιπροσωπευτικό κατάλογο της ” Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας ” (UNESCO) και αυτό είναι κάτι ελπιδοφόρο. Ο τρόπος ζωής αυτών των κτηνοτρόφων όμως χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια καταχώρηση σε λίστα για να επιβιώσει. Ειδικά στην περίπτωση του Γιάννη που δυστυχώς ακόμη δεν φαίνεται να έχει συνεχιστή. 
Η ζωή του κτηνοτρόφου είναι σίγουρα πολύ δύσκολη. Το να την ζεις όμως, έστω και για λίγο, ξυπνά μέσα σου αρχαία, πρωτόγονα ένστικτα. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι δεν ήρθαμε εδώ ούτε αφύσικα αλλά ούτε και ασύνδετοι με το περιβάλλον και το παρελθόν μας. Μπορεί να χανόμαστε καθημερινά στη ρουτίνα της “σύγχρονης” ζωής μας, όμως ο δρόμος οσο και η πυξίδα είναι εκεί έξω, εμείς απλά πρέπει να προσανατολιστούμε· και τότε είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε ξανά το μέτρο όσο και τον προορισμό μας.

“Ίχνη ελευθερίας” Μικρές εξορμήσεις

Ίχνη από ζώα παντού.. στο χιόνι μπορείς να δεις σχεδόν όλη την πανίδα ενός οικοσυστήματος.


Ήμουν ακόμη μια φορά στα ορεινά και άλλη μια φορά με χιόνι, μιας και αυτή η χειμερινή σεζόν  ήταν πλούσια σε χιονοπτώσεις. Είχα διαλέξει την αγαπημένη μου διαδρομή και απολάμβανα τις ιδανικές συνθήκες για πεζοπορία. Ο γνώριμος ήχος από το μποτάκι που βυθίζεται στο φρέσκο χιόνι, η ησυχία του παγωμένου τοπίου και το καθαρό λευκό ολόγυρα.
Ήθελα πολύ να κάνω αυτό το μονοπάτι με χιόνι, όχι μόνο γιατί ήξερα ότι θα ήταν μια όμορφη εμπειρία, αλλά γιατί έτσι θα το ολοκλήρωνα  βιωματικά όσο και φωτογραφικά σε όλες τις εποχές του χρόνου.

Δεν άργησα να δω τα πρώτα ίχνη.. το ζαρκάδι με τις λεπτές ντελικάτες κινήσεις, η διερευνητική αλεπού, ο ανήσυχος λαγός, τα μικρά διακριτικά τρωκτικά και ένα μεγάλο, φουριόζικο, αγριογούρουνο. Η μόνη οπτική επαφή όμως, με ένα ζαρκάδι και τη χειμερινή “στολή” του.. κοντοστάθηκε λίγο να με δει και ύστερα χάθηκε πίσω από το ρέμα.

Πεζοπορώντας και βλέποντας γύρω μου όλα αυτά τα σημάδια ζωής και με το περίσσιο θράσος που μου έδινε η ήσυχη και μοναχική παρουσία μου, άρχισα να νιώθω και εγώ για λίγο μέρος αυτού του συστήματος.. ή τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω. Σκεφτόμουν.. δεν μπορείς να νιώσεις έτσι αν βρίσκεσαι εδώ για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ούτε σαν ξυλοκόπος ούτε σαν εργαζόμενος στο δασαρχείο, ούτε σίγουρα σαν κυνηγός.

Μόνο ένας άνθρωπος που με αγωνία περιμένει να πάει εκεί έξω με το πρώτο χιόνι, με πάθος αναζητά τις πρώτες μέρες ανθοφορίας και που στωϊκα αναμένει το πρώτο κίτρινο φύλλο να πέσει, απλά και μόνο γιατί θέλει να είναι παρών, μόνο αυτός, ίσως, μπορεί να νιώσει αυτή τη σύνδεση και έστω για λίγο να αισθανθεί κομμάτι της φυσικής ροής γύρω του.


Βέβαια σήμερα ήταν και η 25 Μαρτίου και εγώ το γιόρταζα με τον καλύτερο τρόπο, ελεύθερος στα αδούλωτα βουνά. Η πορεία μου και αυτή σαν εκείνη που κάνει ο άνθρωπος σε τέτοιους αγώνες, με φωτεινές αλλά και σκοτεινές στιγμές.. παρόλα αυτά όμως με κοινό ζητούμενο, την ελευθερία.

Σκέφτομαι, δεν τελειώνουν όλοι οι αγώνες με τον ίδιο τρόπο, τις περισσότερες φορές μάλιστα δεν έχουν αίσιο τέλος. Αναρωτιέμαι όμως, ένας τέτοιος αγώνας θα έπρεπε να τελειώνει κάπου, να έχει γενικά, αρχή και τέλος;
Ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ίσως ένα αέναο μονοπάτι με νέες προκλήσεις σε κάθε στροφή.

Εγώ πάλι έφθανα στο τέλος της δικιάς μου διαδρομής για σήμερα και ήταν μια διαδρομή γεμάτη με εικόνες και αισθήσεις. Άφησα λοιπόν με τη σειρά μου τα ίχνη στο χιονισμένο βουνό και πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Φρακτό π.122

8 λεπτά(ανάγνωσης)

” << Τάσο πού πάμε ρε…Τάσο πού πάμε.. >>.                                   Ακουγόταν περιστασιακά γύρω μου.. κάποιες φορές πίσω από έναν βράχο και άλλες μέσα από την πυκνή βλάστηση. Μετά από λίγο όμως η φωνή που αρχικά  έμοιαζε να ρωτά, τώρα, όλο και περισσότερο, γινόταν μια φωνή αγωνίας πάρα απορίας. “

Σούρουπο και το τελευταίο φως της ημέρας χάνεται πίσω από τα ψηλά βουνά.. μετά σιγή.
Το σκοτάδι, αδηφάγο ον, καταπίνει μέσα του δάσος, ζώα, εμάς και όλο αυτό τον τεράστιο βραχώδη ορεινό όγκο που με την άγρια ομορφιά του κάνει τόσο ξεχωριστό το παρθένο δάσος του Φρακτού.

Μόνο το νερό που βράζει στο γκαζάκι και το καπάκι που χοροπηδά ρυθμικά πάνω από το μπρίκι σπάει τη μονοτονία της απάνεμης σιγής. Εμείς πολυ κουρασμένοι και κρυωμένοι για να πούμε το οτιδήποτε, κοιτάμε στο κενό ενώ ετοιμαζόμαστε μηχανικά για ένα ζεστό γεύμα. Ήταν από τις λίγες στιγμές που καταφέραμε να μείνουμε σιωπηλοί με τον Σίμο.
<<Τι έχεις κάνει εκεί>>; του λέω και γελάω, ενώ μια τεράστια μάζα ζυμαρικών ξεχειλίζει στο πιάτο του.
<<Η πρόχειρη μπολονεζ θα σε χορτάσει >>; συνεχίζω πειράζοντάς τον.
<<Είμαι κουρασμένος και όταν είμαι κουρασμένος πεινάω πολύ>>.Μου απαντά.
Δεν τον αδικώ· είχαμε κάνει αρκετά χιλιόμετρα σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδρομής με το αυτοκίνητο από Αλεξανδρούπολη.. νιώθαμε εξαντλημένοι.

Ο Σίμος μαζί με τη γυναίκα του Άννα, ξέρουν καλά τι πάει να πει πεζοπορία, αλλά και τι πάει να πει να μην σταματά κανείς να πορεύεται, στη ζωή όσο και στο μονοπάτι. Μετά από μια πολύ σοβαρή περιπέτεια με την υγεία του Σίμου, το ζευγάρι (ιδρυτικά μέλη και οι δύο της ομάδας Art Traces https://www.arttraces.org/index.php/el/) αποφάσισαν αλλά και ολοκλήρωσαν – μεταξύ άλλων – μια από τις απαιτητικότερες αλλά και αρχαιότερες πεζοπορικές διαδρομές στον κόσμο, το εντυπωσιακό Ελ Καμίνο ντε Σαντιάγκο(Camino De Santiago). Μια προσκυνηματική, και όχι μόνο, διαδρομή σχεδόν 900 χιλιομέτρων, που διασχίζει ολόκληρη την Β. Ισπανία σε ό, τι τερέν και συνθήκες μπορείς να φανταστείς.

Οι ριπές αέρα από τον βοριά σιγά σιγά κόβουν αλλά το κρύο εξακολουθεί να τρυπώνει. Κοιτώ με τον φακό κεφαλής προς τα δέντρα· ήταν μια όμορφη μέρα σκέφτομαι… ωραία πορεία, καλή παρέα, ιδανικές συνθήκες για πεζοπορία. Είχαμε περάσει σχεδόν από όλα τα μέρη και μονοπάτια που θα ήταν καλό να δει κάποιος που έρχεται πρώτη φορά εδώ.. τοποθεσία Σάρρες, καταρράκτες,ερείπια, βραχόκηπος..κι όμως είχα την αίσθηση ότι τα αξιοθέατα δεν ήταν το ζητούμενο αυτής της μικρής αποστολής.

Ξημέρωμα.. Και εμείς από πολύ νωρίς βρισκόμαστε στον βραχόκηπο και ετοιμάζουμε πρωινό καφέ. Καθόμαστε για λίγο να απολαύσουμε τη θέα· πρωινή υγρασία στο δάσος και ζεστή κούπα στο χέρι, μυρωδιές από τη νωπή βλάστηση γύρω και τα πρώτα καλέσματα των πτηνών.. χαλαρώνουμε και ξυπνάμε μαζί με το δάσος.

Η θέα δεν ήταν ο μόνος λόγος που ήμασταν εκεί· λίγο πιο πέρα ξεκινούσε ο δρόμος και το μετέπειτα μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στο δεύτερο και δυσκολότερο κομμάτι της αποστολής, την ανάβαση μας στα όρια του Φρακτού και της επικράτειας αλλά και την ολοκλήρωση μιας σχεδόν κυκλικής διαδρομής από τη θέση μας στην κορυφή Δελήμποσκα και το δασικό χωριό, με μια κατασκήνωση ανάγκης στη βουλγαρική πλευρά.
Τα πρώτα 5 χιλιόμετρα από το δασικό δρόμο βγαίνουν εύκολα πάρα το βάρος. Ξέρουμε τι μας περιμένει.. σε λίγο θα ερχόταν μια σχεδόν κάθετη ανάβαση από τα 1200μ στα 1708μ.   

        Ήταν σε όλα μέσα, στη δύσκολη ανάβαση με το μεγάλο βάρος, την πιθανότητα κατασκήνωσης μέσα στο άγριο δάσος και στη διαχείριση του όποιου άγχους μπορεί να είχε ή όχι από τα εμφανή σημάδια της άγριας ζωής γύρω μας (κόπρανα και ίχνη αρκούδας, αγριόγιδου, αγριογούρουνου και λύκου), .. ο Σίμος με είχε εντυπωσιάσει θετικά!

Ίχνος αρκούδας

Η καρδιά χτυπά δυνατά, τα πόδια καίνε, όμως η πρώτη θέαση πυραμίδας αφήνει μια γλυκιά αίσθηση και ένα χαμόγελο· μόλις έχουμε κάνει την κάθετη ανάβαση και βρισκόμαστε στη συνοριογραμμή.

122π.

Μετά από τα πρώτα χαμόγελα όμως γρήγορα έρχεται η απογοήτευση. Ο δασικός δρόμος στη μεριά της Βουλγαρίας, στον οποίο βασιζόμουν να μας βγάλει τα πρώτα δύσκολα χιλιόμετρα μέχρι το λιβάδι που υπολόγιζα να κατασκηνώσουμε, είναι κλειστός· το δάσος έχει μπει για τα καλά μέσα. Και σαν να μην έφτανε αυτό η συνοριογραμμή που σε άλλα σημεία της Ροδόπης είναι “λεωφόρος”, εδώ, στην καλύτερη περίπτωση, είναι μονοπάτι, με μεγάλους όγκους βράχου  να σε αναγκάζουν σχεδόν σε αναρρίχηση. Φτάνουμε στην πυραμίδα 122 και συνεχίζουμε προς 123.. το τοπίο άγριο αλλά ταυτόχρονα μαγικό. Περπατάμε, σκαρφαλώνουμε και τρυπώνουμε μέσα από κλαδιά και πεσμένους κορμούς. Η φωνή πίσω μου όλο και πιο ανήσυχη με βάζει σε σκέψεις.

Είχα χαθεί εδώ και μισή ώρα  στον στόχο να βρω το επόμενο πέρασμα, τον δρόμο για την επόμενη πυραμίδα, που δεν έβλεπα το ήδη αναπόφευκτο.
Βρίσκουμε μια βραχώδη κορυφή με θέα και ο Σίμος προτείνει διάλειμμα. Αφήνω τον σάκο και κοιτώ δεξιά και αριστερά όλο αγωνία..
<<τι κάνουμε Τάσο, πού πάμε>>; μου λέει ακόμα μια φορά και εγώ τον ακούω πλέον καθαρά.
<<Δεν ξέρω, τα πράγματα είναι δύσκολα και η 123 (Μανόλεφ 1842μ) βρίσκεται στο απέναντι βουνό. Τι ώρα είναι>>;
<<Έχουμε κάνει 400μ τα τελευταία 40 λεπτά και έχει πάει 12:30 >>. Μου απαντά. Ο στόχος μας ήταν να φτάσουμε τουλάχιστον στην 130..

Η θέα από τα 1703μ, στο βάθος δεξιά το Φαλακρό Όρος, ενώ αριστερά το Παγγαίο. Κάπου στη μέση το δασικό χωριό.

Είμαι από φύσης πολύ αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά τώρα, υπό αυτές τις συνθήκες, αν αφήσεις μια τέτοια ποιότητα του χαρακτήρα σου να πάρει τις αποφάσεις, θα ήταν το λιγότερο αφελές και επικίνδυνο.
Με βαριά καρδιά παίρνουμε την απόφαση να γυρίσουμε πίσω. Η μικρή διάρκεια της ημέρας, ο ανύπαρκτος δρόμος, το βάρος και οι καιρικές συνθήκες συνηγορούν κατηγορηματικά σε αυτή την απόφαση.                                    Προσπαθώ να χωνέψω την αποτυχία μου να δω τις δυσκολίες που μπορεί να προέκυπταν σε αυτή την αποστολή. Αν όμως έμαθα κάτι από την ενασχόληση μου με το βουνό και τα δάση όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι.. Το βουνό θέλει σεβασμό και ότι ο σωστός ορειβάτης/πεζοπόρος δεν κρίνεται από τις επιτυχίες του αλλά από τις δύσκολες αποφάσεις που καλείται να πάρει σε κρίσιμες στιγμές. Ακόμα και εάν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αφήσει τον στόχο.

Πέτρες, κλαδιά και υγρασία, η μπότα γλιστρά μέσα στα χόρτα και τα γόνατα υποφέρουν, σώμα και πνεύμα σε κάθοδο. Πρόλαβα να σημειώσω κάτι παρατημένους παράδρομους υλοτόμων όσο ανεβαίναμε και τώρα με τον χάρτη μπορούμε και ξεκλεβουμε απόσταση και χρόνο μέσα από ένα ρέμα μέχρι το δασικό δρόμο.
Όμως πάρα τη γρήγορη κατάβαση θα ήταν δύσκολο να φτάσουμε εγκαίρως στο δασικό χωριό πριν το βράδυ.
<<Πάρε τον Σάκη >>! Μου λέει κάπως κοφτά ο Σίμος.
<<Λες.. εε; θα τον πάρουμε στο Πανόραμα >>. Του απαντώ και σε χαλαρή πορεία τώρα, συνεχίζουμε το κουβεντολοϊ..

Ο Σάκης, μαζί με τον πιο πρόσφατο “ένοικο” του δασικού χωριού Αντώνη, ήταν από τα πρώτα άτομα που συναντήσαμε όταν ήρθαμε. Και σαν καλός οικοδεσπότης μας είχε προτείνει να αλλάξουμε κινητά για μια ώρα ανάγκης. Και να που η ανάγκη είχε προκύψει.

Στον δρόμο για το Πανόραμα, αλλά ακόμα περισσότερο στον δρόμο μετά για τη θέση “Πικ-Νικ” συναντήσαμε αρκετούς, πάντα ενδιαφέροντες , επισκέπτες από διάφορα μέρη, σε ένα συνδυασμό αυτοκινήτου και πεζοπορίας..
<<Έλα Σάκη, θα σε περιμένουμε στη θέση Πικ-Νικ, έρχεσαι; >>
<<Κλείνω το κριθαρότο και έρχομαι στα γρήγορα>>! Μας απαντά.

Μετά από μια γρήγορη κούρσα πάνω στην καρότσα από το αγροτικό του, ήμασταν ήδη τακτοποιημένοι σε δυάρι με σόμπα και είχαμε και ένα ζεστό κριθαρότο να μας περιμένει…και γι’αυτό τον ευχαριστούμε πολύ!!

Ο νους ταξιδεύει στο ζεστό τσάι δίπλα στην ξυλόσομπα με την γλυκιά κάπνα, στον χώρο του εστιατορίου και στην τελευταία χαλαρωτική πεζοπορία μας προς το Στενόρεμα.

Μια σιλουέτα καλπάζει μπροστά μου και σταματά τις σκέψεις.
<<Ωππ το είδες το Αγριόγιδο>>;!
<<Δες το πώς κατέβηκε μέσα στην πλαγιά >>!
Ήταν οι τελευταίες μας στιγμές στο εθνικό πάρκο του Φρακτού Ροδόπης καθώς κατηφορίζουμε οδικώς προς τα Θερμιά. Αποθεραπεία και χαλάρωση με ένα ζεστό μπάνιο στα ιαματικά λουτρά αυτής της μοναχικής “Φαβέλας”.

“Φαβέλα”

Στις περισσότερες εξορμήσεις μου στη φύση συμβαίνει κάτι, κάτι που συνειδητά ή ασυνείδητα νομίζω συμβαίνει σε όλους…μια σύνδεση! Μια σύνδεση με το έξω, που βίαια αλλά και αληθινά γίνεται από την πρώτη στιγμή που θα έρθουμε σε αυτό τον κόσμο.
Αυτή τη φορά όμως συνέβη και κάτι άλλο.. Η βαθιά σχέση του Σίμου με την πνευματικότητα, η αναζήτησή του για ένα νέο εναλλακτικό τρόπο ζωής, μέσα από την καθημερινή προσπάθεια να δούμε τον εαυτό μας αληθινά και καθαρά, είχε βάλει εξ αρχής αυτή μας την πορεία σε άλλη τροχιά.

Στέκομαι με την κάμερα στο χέρι· μπροστά μου η μισόκλειστή πόρτα μιας πρόχειρης καλύβας φτιαγμένης από λαμαρίνα και ξύλο. Αναρωτιέμαι..   Η ανθρώπινη επαφή στις μέρες μας γίνεται όλο και πιο δύσκολη, στο βουνό και το δάσος όμως, δύο παλιοί γνώριμοι, βρήκαν χώρο και χρόνο και έμαθαν ξανά να ακούν άνθρωπο και φύση..

<< Το νερό καίει.. >>
<< Κάτσε να σε βγάλω μια φωτογραφία >>.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ομάδα Geopsis Maps & Guides

Και κάποιο έξτρα υλικό από μια όμορφη και μοναδική εμπειρία στην καρδιά του δάσους (βίντεο).

Βαλκανικό αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra subsp. balcanica)

Ροδόπη η μεγάλη περιπέτεια.

Στη Ροδόπη μπορείς να ζήσεις την περιπέτεια που πάντα έψαχνες. Μέσα στην άγρια και ακατέργαστη φύση της βρίσκεις την ξεχασμένη ομορφιά του τόπου και του ανθρώπου.

Πρώτες πρωινές ώρες στο βουνό και πέφτουμε σε “κυκλοφοριακό…” ένα μεγάλο κοπάδι αγελάδων μπλοκάρει το δρόμο.
<<Πού τα πάει τόσα ζώα ρε φίλε από εδώ; >>
<<Θα τα ανεβάζει επάνω στο λιβάδι για το καλοκαίρι>>.
<<Έτσι φαίνεται>>.

Μετά από λίγο βρισκόμαστε μπροστά στην πόρτα της περίφραξης, στο Δασικό χωριό του Ερύμανθου. Δύο άλογα βόσκουν ανέμελα και ένα σκυλί τα ” παρενοχλεί” . Η πόρτα από το σπιτάκι “διοίκησης” ανοίγει και βγαίνει ο Θανάσης. Ο άνθρωπος που στα μάτια τα δικά μου, αλλά και  πολλών άλλων, είναι το δασικό χωριό και ό, τι αυτό περιέχει. Από τη φιλοξενία στο χώρο, τους διάσημους αγώνες Rout, τη συντήρηση και σήμανση των μονοπατιών, αλλά και ένας φίλος που ξέρει καλά τα μέρη και μπορείς να βασιστείς σε μια ώρα ανάγκης.
Την τελευταία φορά που τα λέγαμε τα σχέδια για αυτή την πορεία ήταν διαφορετικά αλλά ένεκεν του COVID-19 τα πράγματα είχαν αλλάξει. Όμως ήμασταν εδώ και δεν παραπονιόμουν.

Geopsis Maps & Guides

<<Θανάση>>, του λέω, <<θα κάνουμε μια κυκλική διαδρομή ξεκινώντας από Δασικό προς Γυφτόκαστρο, στροφή δυτικά πιάνοντας πυραμίδες, κατέβασμα στο μεγάλο λιβάδι και από εκεί Μαύρη Πέτρα και πάλι πίσω εδώ>>.

<<Πολύ ωραία διαδρομή>>,μου απαντά, <<πότε να σας περιμένω; >> <<Για Κυριακή μεσημεράκι το κόβω>>… ήταν Παρασκευή πρωί και αυτό ακουγόταν πολύ ωραίο!
Αφού τα είπαμε για λίγο, μας συμβούλεψε να παρκάρουμε αλλού, για να αποφύγουμε πιθανές ζημιές από το πέρασμα των αγελάδων. Χαιρετηθήκαμε και δώσαμε ραντεβού για κυριακάτικο καφεδάκι.

Μία ήπια και όμορφη διαδρομή ξεκινά ανάμεσα σε δασική Πεύκη και οξιές. Μαζί της ξεκινούν και οι προσδοκίες για ένα φανταστικό τριήμερο. Θα μπορούσα να σας πω ότι έχω αρκετή εμπειρία από αυτά τα δάση, όμως τόσο σε αυτή όσο και στις διαδρομές που θα ακολουθούσαν θα έβρισκα τον εαυτό μου πολλές φορές προ εκπλήξεως.


Επίπεδο, χωρίς ιδιαίτερες κλίσεις, αυτό το μέρος μου δίνει την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή θα δω κάποιο άγριο ζώο να με κοίτα βουκολικά.


Ο καιρός πάει να αλλάξει και όσο ανεβαίνουμε υψόμετρο, τα σύννεφα μπαίνουν και βγαίνουν συνεχώς με ταχύτητα στο δάσος παίζοντας έτσι με την οπτική και τις αισθήσεις μας.

Κάπου εκεί και πριν ξεκινήσουμε το μονοπάτι για τις κορυφές Διχάλα και Γυφτόκαστρο, συναντάμε και έναν υπάλληλο από τη δασική υπηρεσία Ξάνθης. Στεκόταν δίπλα στα τζιπάκια ενώ ο συνάδελφός του – πιο κάτω- μάρκαρε δέντρα προς κοπή μαζί με κάτι ξυλοκόπους.
<<Καλημέρα!>>
<<Καλημέρα τα παιδιά>>.. απαντά χαμογελώντας.
<<Πως και από εδώ;>> ρωτά.. και εμείς μοιραζόμαστε μαζί του τα πλάνα μας. Θα περίμενες ότι από έναν άνθρωπο που ζει το μεγαλύτερο μέρος του εργασιακού του βίου στα βουνά και τα δάση να έχει μια μεγαλύτερη εξοικείωση με τέτοια ακούσματα, όμως μας κοιτά ξαφνιασμένος. Δεν αργώ να καταλάβω γιατί… Αρχίζει να μας λέει για τα άγρια ζώα που κυκλοφορούν στην περιοχή και για την παραλίγο μοιραία συνάντηση του συναδέλφου του με μια αρκούδα. Η ιστορία γνωστή και με πολλές παραλλαγές, όμως ο λόγος που μπορεί να επιτεθεί ένα τόσο ντροπαλό ζώο πάντα ο ίδιος..μητρότητα σε απειλή.

Ανεβαίνουμε όλο και ψηλότερα.. το κλίμα και το τοπίο αλλάζει..ακόμα και εδώ όμως, στα 1700 με 1800 μέτρα η Ροδόπη είναι ένα μωσαϊκό χλωρίδας. Η μοναδική της βιοποικιλότητα ακόμα και στα ορεινά την κάνει ένα πολύτιμο θησαυρό για επισκέπτες και επιστήμονες.

Χανόμαστε, μέσα σε σύννεφα, μέσα στο πράσινο και το κίτρινο.. Χανόμαστε για αρκετή ώρα, δεν βιαζόμαστε όμως,  αυτές είναι πολύτιμες στιγμές. Ζεις, έστω και για λίγο, στο όνειρο ότι ο κόσμος μας είναι ακόμα έτσι, καθαρός και ανέγγιχτος…μακριά από τη μολυσμένη παρουσία μας.

Τοποθεσία Μαλιά

Σύντομα αφήνουμε τις ανεμοδαρμενες πλαγιές πέριξ του Γυφτόκαστρου και “πιάνουμε” πυραμίδες. Από εδώ η πορεία θα είναι λιγότερο επίπονη, αλλά με τον αέρα να λυσσομανά τα πράγματα δεν δείχνουν καλά για το βράδυ που έρχεται. Συνεχίζουμε βορειοδυτικά επάνω στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, προς το τέλος της πρώτης μέρας, αλλά και για το πρώτο camp στα 1660μ.

Ο αέρας δεν μας αφήνει ούτε λεπτό. Με τις σποραδικές δυνατές ριπές ίσα που ζεσταίνουμε λίγο νερό για φαγητό ή ρόφημα. Το κρύο δεν είναι πολύ, αλλά η αίσθηση είναι σαν κάτω από 10 βαθμούς και ας είναι αρχές Ιούνη. Η νύχτα έχει φεγγάρι και προσφέρεται για φωτογραφία, αλλά εμείς εξαντλημένοι πλέον, δεν αργούμε να το λήξουμε.

Είχαμε στήσει καλά τη σκηνή και το πρωϊνό μας βρίσκει ζεστούς και ξεκούραστους. Ο αέρας έχει κόψει και ο παροδικά συννεφιασμένος καιρός είναι ό, τι πρέπει για πεζοπορία. Έτσι βάζουμε κάτω τον χάρτη να δούμε λίγο καλύτερα τις επιλογές μας για την κάθοδο στο μεγάλο λιβάδι. Ένα μεγάλο κομμάτι της διαδρομής γινόταν από τη βουλγαρική πλευρά (όπως και η χθεσινή κατασκήνωση στο “εξωτερικό” ) και αυτό γιατί υπάρχουν δασικοί δρόμοι που κάνουν την πορεία ευκολότερη.

Geopsis Maps & Guides
Ένα ζαρκάδι, απ’ τα πολλά που είδαμε, τρέχει τρομαγμένο προς το δάσος.

Αν και έχουμε καλές σχέσεις με τους εδώ γείτονες, καλό θα ήταν να μην προκαλείς και την τύχη σου. Έτσι κάπου εκεί στη διαδρομή ανάμεσα στην πυραμίδα 77 με 78 βρίσκουμε ένα παλιό παρατημένο δασικό δρόμο και το κόβουμε για Ελλάδα.


Το τοπίο τώρα αλλάζει.. το δάσος οξιάς και τα μικρά ή μεγάλα ανοίγματα με το ψηλό γρασίδι δίνουν τη θέση τους σε λιβάδια ανάμεσα σε λόφους δασικής Πεύκης.

<<Εωωωω!!!>> Φωνάζω δυνατά και ο αντίλαλος χάνεται ανάμεσα στους δασομένους λόφους. Γελάμε σαν τα παιδιά που ανακαλύπτουν ένα νέο παιχνίδι. Μόνο που την ίδια στιγμή από το βάθος ακούγεται μια φωνή.. <<Εωωωω!!! >>… Κοιταζόμαστε με απορία..
<< Βρήκαμε άνθρωπο;! >>
Μετά από λίγο βλέπουμε να ανηφορίζουν δύο φιγούρες. 
<<Καλώς τα παιδιά>>, λέει ο ένας από τους δύο. <<Είστε αυτοί με το γκρί τογιότα παρκαρισμένο στο Δασικό χωριό;>>
<<Ναι! >>, απαντά ο Γιάννης ξαφνιασμενος. <<Κι εσύ είσαι ο Γιάννης;>>, τον ρωτά για να τον ξαφνιάσει με τη σειρά του.
<<Ναι, γνωριζόμαστε..; >>
Μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για όλους μας, όταν μετά από τις σχετικές διευκρινίσεις θυμηθήκαμε μια παλιά ιστορία γνωριμίας.
Ήταν πριν περίπου 4 χρόνια όταν ο Γιάννης μάς είχε μαζέψει με το αγροτικό του ( τρείς τότε) από το δρόμο, όχι πολύ μακριά από το σημείο που μας είχε βρει τώρα, για να μας πάει εν μέσω μιας καταιγίδας λίγο πιο κοντά στις σκηνές μας.


Μας προσκαλεί για καφέ στην καλύβα του και φυσικά δεχόμαστε. Ο Γιάννης ήταν βοσκός τρίτης γενιάς και αυτός που είχαμε πετύχει εχθές στο  δρόμο, καθώς ανέβαζε τα ζώα του. Λέμε τα νέα μας αλλά και τα τρέχοντα της επικαιρότητας, που τελικά σε ακολουθεί  παντού. Τον ευχαριστούμε για τη θερμή του φιλοξενία και παίρνουμε τον δρόμο προς το μεγάλο λιβάδι και το camp 2.

Μια βατή διαδρομή με τοπία μοναδικά που μόνο αυτό το οροπέδιο μπορεί να προσφέρει μας δίνει την ευκαιρία να απολαύσουμε κάθε βήμα. Κάθε φορά που είμαι σε αυτό το μέρος το μυαλό μου ταξιδεύει στην “άγρια δύση” των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, όταν ενθουσιασμένος έβλεπα τις ταινίες με τους διάφορους ήρωες τυχοδιώκτες να τρέχουν προς το άγνωστο με μόνη πυξίδα την ελπίδα της καλύτερης ζωής.

Ήταν ακόμη νωρίς το απόγευμα και εμείς είχαμε ήδη στήσει σκηνή απέναντι από ένα λόφο. Με ένα ρυάκι να μας χωρίζει, καθόμαστε για ώρες και ρεμβάζουμε τα δέντρα που με το ελαφρό αεράκι χορεύουν ρυθμικά.


Ένας βασικός λόγος για να διαλέξεις την τοποθεσία της κατασκήνωσης είναι και η παρουσία πόσιμου νερού ή νερού γενικώς (ειδικά σε μια πολυήμερη πεζοπορία). Γι’αυτό και το αποψινό, αλλά και το χθεσινό camp είχαν κοντά τους και μια ποτίστρα. Αυτό βέβαια στο μεγάλο λιβάδι σημαίνει ότι εκεί κοντά θα υπάρχει και μια καλύβα βοσκού. Σε αυτή που βρισκόταν κοντά μας τα πράγματα ήταν ήσυχα.. ο βοσκός φαινόταν ή οτι τα είχε παρατήσει ή απλώς δεν είχε ανέβει ακόμα. Όμως μιας και συνηθίζεται στα μέρη αυτά, πολλές φορές πεζοπόροι αλλά και κυνηγοί χρησιμοποιούν τις καλύβες αυτές σαν καταφύγιο για μια ώρα ανάγκης. Έτσι και αυτή δεν άργησε να βρει ενοίκους. Μια εύθυμη παρέα  φίλων βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει εκεί για το τριήμερο.
Έχει βραδιάσει για τα καλά αλλά η νύχτα είναι σχετικά ζεστή. Προσπαθώ να κάνω μερικές νυχτερινές λήψεις, ενώ λίγο πιο πέρα ο Γιάννης κάνει το ίδιο κι από ό, τι φαίνεται με μεγαλύτερη επιτυχία. Τέτοιες στιγμές και μετά από μια τόσο πλούσια σε εμπειρίες ημέρα το μυαλό ταξιδεύει. Στη Ροδόπη μπορείς να ζήσεις την περιπέτεια που πάντα έψαχνες. Μέσα στην άγρια και ακατέργαστη φύση της βρίσκεις την ξεχασμένη ομορφιά του τόπου και του ανθρώπου.

Ξημερώνει.. αίσθηση θαλπωρής μέσα στον υπνόσακο, το δάσος δίπλα ξυπνά και το νερό τρέχει στο ρυάκι..σκέφτομαι ότι δεν είμαι έτοιμος να φύγω για την πόλη ακόμα και αλλάζω πλευρό.

Η μέρα είναι μουντή και η τελευταία πρόγνωση που είχα για σήμερα προέβλεπε βροχή και καταιγίδες. Φροντίζουμε να φάμε ένα γρήγορο πρωινό και να μαζέψουμε τη σκηνή πριν μας πιάσει η βροχή. Καλημερίζουμε τους γείτονες και ξεκινάμε για τη Μαύρη Πέτρα.
Το μονοπάτι είναι μπροστά μας, γνωστό για την τεχνική δυσκολία και την ελλιπή σήμανση του. Σήμερα γίνεται ακόμη δυσκολότερο με τη βροχή που ξεκινά και το μεγάλο βάρος στις πλάτες μας. Αρχίζουμε δυναμικά την κατάβαση που ξεκινά από τα 1580μ και φτάνει κάτω στα 1200μ υψόμετρο, μέσα σε 1000 μέτρα περίπου, αρκετά απότομο για όποιον γνωρίζει.
Τα σύννεφα πυκνώνουν και η βροχή όλο και δυναμώνει.
<<Γιάννη πίσω!!!>>, του φωνάζω εν μέσω δυνατής, πλέον, βροχής.
<<Τι έγινε;>>
<<Το έχασα πάλι, από εδώ δεν πάει. Μισό να δω τον χάρτη>>.
<<Είμαστε κοντά στο ίχνος του GPS>>.
<<Το βλέπω και εγώ, αλλά από εδώ δεν βγαίνει. Πάμε κάτω, αυτό είναι το μόνο σίγουρο>>, αλλάζουμε πορεία ξανά.
Κάθε βήμα είναι επίπονο για τα γόνατα, που σε αυτές τις συνθήκες καταπονούνται πολύ. Όμως συνεχίζοντας προσεκτικά την πορεία μας ο καιρός μας κάνει τη χάρη και κόβει για λίγο, ενώ στην προσπάθειά μας να ανασυγκροτηθούμε ανοίγει κι άλλο. Κάπου εκεί βλέπουμε και μια πλαστική κορδέλα σήμανσης και επιβεβαιώνουμε τη σωστή πορεία μας. Θα ήταν πολύ απογοητευτικό με τόσο απότομες κλίσεις να πρέπει να ξανά ανέβουμε για να βρούμε το σωστό δρόμο. Αναρωτιέμαι, υπάρχει κάποιο άνοιγμα εδώ κοντά; θα ήταν ωραίο να δούμε τη θέα, που τόση ώρα κρύβεται ανάμεσα στα κλαδιά και τους κορμούς. Ο Γιάννης κατεβαίνει πιο κάτω και εγώ του κάνω νόημα ότι θα ρίξω μια ματιά εδώ γύρω. Χώνομαι ανάμεσα σε κάτι αγριοτριανταφυλλιές και τραβερσάρω λίγο ακόμα. <<Ναι, ναι, αυτό είναι>>, μονολογώ.. Ένα ξέφωτο. Τραβάω το πόδι μου με μανία προσπαθώντας να το ξεσκαλώσω από τα αγκάθια και σχεδόν πέφτω. Τώρα το βλέμμα σηκώνεται αργά και το θέαμα με αφήνει άναυδο.. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ για να βγάλω μηχανή και τρίποδα.

Η θέα προς την κορυφή του Ερύμανθου και το Δασικό Χωριό.

Ακούω τον Γιάννη να καλεί.
<< έρχομαι!!! >>, του απαντώ εκστασιασμένος. <<Δεν θα το πιστέψεις το τι είδα εκεί πάνω..>>
<<Έλα από εδώ συνεχίζει>>, μου απαντά κάπως αγχωμένα χωρίς να δώσει μεγάλη σημασία.
Φτάνουμε στο τέλος της κατάβασης και βλέπουμε το σημείο που το μονοπάτι βγάζει στο δασικό δρόμο. Από εδώ η συνέχεια είναι πιο εύκολη.

Περνώντας το Αρκουδόρεμα πλησιάζουμε και στο μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στον τελικό μας προορισμό. Η διαδρομή είναι πανέμορφη, όλη μέσα σε δάσος, μόνο η σήμανση για την είσοδο στα μονοπάτια μας δυσκολεύει λίγο, αλλά το θέαμα σε αποζημιώνει.

<<Δεν σηκώνομαι από το κρεβάτι για λιγότερο από δύο διανυκτερεύσεις>>. Λέω στον καλό μου φίλο και συνοδοιπόρο. <<Αλλιώς δεν αξίζει >>, σκέφτομαι. Πρέπει να φύγει η “μυρωδιά” της πόλης από πάνω σου, να πάψει το συνεχές βουητό στα αυτιά σου.

Μετά από κάποια ώρα βρισκόμαστε και στο τέλος. Στέκομαι μπροστά από τα σχεδόν θαμμένα σκαλιά που οδηγούν ψηλά στον δρόμο για το Δασικό Χωριό…
Ήταν μια από τις ομορφότερες
περιπέτειες που έχω ζήσει στο βουνό και το δάσος. Μια εμπειρία που βάθυνε τη σχέση μου με τη φύση και μου έδωσε τα εφόδια για να την μεγαλώσω ακόμη περισσότερο. Δεν είναι λίγο να μπορείς ακόμα να ζεις σαν πρωτοπόρος στα βουνά της Ροδόπης. .. κοιτώ επάνω και κάνω το πρώτο βήμα….

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ομάδα Geopsis Maps & Guides, για την δωρεάν παραχώρηση των χαρτών.

Η διαδρομή αυτή στηρίχθηκε από αυτή του Αντώνη Συναπίδη και της παρέας του.

Ακολουθώντας την Περσεφόνη

“Ακολουθώντας την “κόρη” βλέπεις τη ζωή εκεί που άλλοι βλέπουν τον θάνατο, βλέπεις τον βλαστό να συναντά τον σπόρο..”

Ένα βίντεο μια στιγμή ίση με μια μέρα στο βουνό.. Μια πρώτη προσπάθεια να σας βάλω στον κόσμο που εγώ βλέπω όταν είμαι εκεί έξω.

Δεύτερη ευκαιρία

Ζούμε σε μια εποχή που σχεδόν τίποτα δεν αξίζει μια δεύτερη ματιά. Έχουμε μετατρέψει τα μάτια μας σε αδηφάγους καταναλωτές εικόνας.. και ίσως όχι μόνο. Ως τέτοιοι, λοιπόν, θέλουμε την εικόνα στα καλύτερά της, την τέλεια ομορφιά.
Καθημερινά ο καθένας μας με το πρώτο φως της οθόνης και την υποκειμενική και αντικειμενική του κρίση δικάζει, αξιολογεί, “καταδικάζει” και “αθωώνει” δεκάδες εικόνες με σχετικούς ή άσχετους υπότιτλους, με μια πρωτοφανή επιδερμικότητα.

Ελέω του χρόνου όμως όλα αυτά μπορεί να αλλάξουν για λίγο και όχι για όλους..

Όταν ο χρόνος ήρθε, τελικά, τόσο απλόχερα και τόσο απροετοίμαστα για τους περισσότερους από μας τα πράγματα πήραν μια απρόσμενη τροπή.Με την άνεση του δικτύου μας καταναλώσαμε τεράστιες ποσότητες οπτικοακουστικής πληροφορίας και ο κορεσμός μας έκανε επισκέπτες στο κοντινότερο vomitorium*.

Μετά  σηκώσαμε το κεφάλι μας και είδαμε ότι πίσω από την οθόνη έχουμε μια δεύτερη ζωή ξεχασμένη, ευτυχώς κάποιοι μόλις πρόσφατα . Είδαμε ότι είμαστε σκλάβοι αυτής της οθόνης και ότι ο χρόνος είναι όντως χρήμα και εμείς, δυστυχώς, πουλάμε τον χρόνο μας πολύ φθηνά.. Γιατί μπορούμε να γίνουμε πολύ δημιουργικοί και να φροντίσουμε ξανά το σώμα και το πνεύμα μας και ο χρόνος να αλλάξει αίσθηση.

Ας μην κάνω όμως κι άλλο κατάχρηση αυτού του πολύτιμου αγαθού, γιατί όταν διαβάζετε αυτό το κείμενο μπορεί να το έχετε λιγοστό πάλι.
Οι παρακάτω εικόνες είναι αποτέλεσμα μιας δεύτερης ματιάς, φωτογραφικό υλικό που είτε ανέβηκε με ενθουσιασμό στα κοινωνικά δίκτυα είτε ήταν ξεχασμένο σε κάποιο φάκελο των τελευταίων χρόνων.
Όλοι δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία και εγώ σας προσκαλώ να την δώσετε σε αυτές τις εικόνες, όπως το έκανα και εγώ…Το πολύ πολύ να τις “ξεράσετε”.

*εύκολη παρερμηνεία για μια λέξη σαν αυτή, περιγράφοντας τώρα ένα παρακμιακό ρωμαϊκό δωμάτιο εμετόπτυσης.

Παπίκιον “Στη χώρα των Γιγάντων”

“Γιατί πάντα ο άνθρωπος αναζητούσε τον Θεό στη φύση ; ”

Δεν είμαι θεοσεβούμενος άνθρωπος και σίγουρα όχι δογματιστής.Ταπεινός και περίεργος μπροστά στα φυσικά και κοσμικά φαινόμενα, δήλωνα και δήλώνω θαυμαστής αυτού του κόσμου.

Στην ιδέα όμως να κάνουμε το φθινοπωρινό και πεζοπορικό μας διήμερο στο Παπίκιον όρος, δεν αντιστάθηκα και μπήκα στον πειρασμό να δω αλλά και να νιώσω αυτόν τον τόπο με μια.. πιο πνευματική ματιά.
Και τελικά.. δεν το μετάνιωσα.

“Γνωστό για την πλούσια μοναστική ζωή του, από τις αρχές της πρώτης χιλιετιρίδας ακόμη – νωρίτερα και της Αθωνικής- το Παπίκιο συχνά αναφέρεται από τους ιστορικούς και σαν το Άγιον Όρος της Θράκης, κάτι που σήμερα όμως δεν είναι ορατό. Πέρα μιας μονής και πολλών χαλασμάτων, τίποτε δε θυμίζει την πρώτερη πλούσια ιστορία του. Φύση και χρόνος, για άλλη μια φορά, μας δείχνουν την εφήμερη και ματαιόδοξη ματιά μας προς τον κόσμο αυτό”.

Σκοτεινά ακόμη, και εγώ στην αναμονή παρέα με την γατα της γειτονιάς. Την ηρεμία σε λίγο θα σπάσει η μηχανή του αυτοκινήτου και ο εξοπλισμός που χτυπά δεξιά και αριστερά καθώς φορτώνεται στα γρήγορα για την αναχώρηση
…γρήγορη όμως και η άφιξη στον προορισμό, μιάς και η απόσταση από την πόλη είναι κοντινή. Μόνη δυσκολία ο πολύ κακός δρόμος από το χωριό των Θαμνών προς το φυλάκιο Μαχαίρα.
Ταρακουνημένοι ακόμη από τις συνεχείς νεροφαγιές, δεν καθυστερούμε και ξεκινάμε την πορεία χαμηλώνοντας μέσα στο χιονόρεμα.

Εδώ πλέον ..και εγώ μπαίνω στις σκέψεις που μέρες τώρα “τρώνε” το μυαλό μου…
Τι κάνει τελικά τον άνθρωπο να ζητά συνέχεια απαντήσεις για τα δυσκολότερα ερωτήματά του στη φύση αλλά και στη μοναχική συνύπαρξη μαζί της;
Τι απαντήσεις δόθηκαν σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που μόνασαν εδώ;

Δεν θα τολμούσα να τις περιμένω από αυτή τη μικρή μου επίσκεψη, αλλά μετά από λίγα μέτρα σε αυτό τον μαγικό τόπο αρχίζω να πιστεύω ότι ίσως τελικά εδώ μπορέσω να βρω κάποια από τα χαμένα κομμάτια αυτού του αρχέγονου παιχνιδιού.

Οι απαντήσεις θα δίνονταν, με εικόνες πλήρης συναίσθησης, σε όλη τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας. Αλλά εμείς μέσα από μια ακόρεστη μανία να αφομοιώσουμε και να μεταφέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερη από την ομορφιά γύρω μας, φτάνουμε να δούμε τους εαυτούς μας προσκυνητές σε έναν ιερό τόπο.

Χωρίς κριτική σκέψη και με μόνο οδηγό το συναίσθημα, προχωράμε από βωμό σε βωμό προσφέροντας τις αρμόζουσες δεήσεις, ανίκανοι να δούμε το μετέπειτα προφανές.

Αφού αφήσαμε για λίγο τους βωμούς στην ησυχία τους, και μετά από μια απαιτητική αλλά όχι μεγάλη ανάβαση προς το διάσελο και το καταφύγιο, πιάσαμε να ασχοληθούμε με το στήσιμο της σκηνής.
Έπειτα από τη μεσημεριανή ανάπαυλα και με γεμάτες μπαταρίες προχωράμε προς το σημαδεμένο μονοπάτι που οδηγεί δυτικά του καταφυγίου προς την κορυφογραμμή και τελικά στα σύνορα.

Μερικά μέτρα αργότερα, και λίγο πριν σκεφτούμε να αφήσουμε το μονοπάτι, μιας και έμοιαζε παρατημένο, αυτό που αρχικά φαινόταν να είναι μια ήσυχη απογευματινή πεζοπορία, ξαφνικά μας αποκαλύπτει μια χώρα γιγάντων και θεριών..που όμοια της δεν είχαμε δει ποτέ..!!!

Ψηλές θεόρατες οξιές που κόβουν την ανάσα, γωνιές λουσμένες στο φως και μια υπέροχη διαδρομή που αποζημιώνει σε κάθε βήμα.

Θα κλείναμε τη διαδρομή κυκλικά, όπως έδειχνε το μονοπάτι στον χάρτη, όμως η προχωρημένη ώρα και η βλάστηση που είχε καλύψει κάθε άνοιγμα για μια καλή και ασφαλή συνέχεια δεν μας άφηνε να πάρουμε αυτή την απόφαση. Ετσι τελικά γυρίσαμε πίσω.

Το βράδυ που ακολούθησε μας βρήκε, ως συνήθως, με γέλια, ζεστό φαί και όμορφες συζητήσεις.Την ηρεμία της βραδιάς διέκοπτε μόνο ένα ανήσυχο αρσενικό ζαρκάδι που φώναζε, που και που, σχεδόν δίπλα στη σκηνή μας.

Το πρωινό ξεκίνησε αλλά και ουσιαστικά ολοκληρώθηκε με τη μικρή μας βόλτα στα ανατολικά του καταφυγίου, σε μια κοντινή απόσταση από τη σκηνή και σε ένα ξέφωτο, ατενίζοντας την ανατολή πάνω από τη Ροδόπη και προς τα ημιορεινά της Θράκης.

Η συνέχεια, αν και ήταν προγραμματισμένη αλλιώς (κυρίως με μια ανάβαση στην κορυφή του όρους), λόγω των ειδικών συνθηκών,
είχε τελικά ένα πιο διαδικαστικό χαρακτήρα.. τρώγοντας απλά ένα γερό πρωινό, μαζεύοντας σκηνή και εξοπλισμό, κατηφορίσαμε προς το χιονόρεμα και το μονοπάτι της επιστροφής.

Δεν είναι κακό να βρίσκεις μυθικούς θεούς και δαίμονες όταν αναζητάς τον μύθο.. είναι τόσο χαλαρωτικό να βλέπεις ξανά τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού. Και νομίζω ότι αυτό ήταν κάτι που μου έδωσε αυτό το βουνό, τη χαμένη ματιά στη φαντασία, μακριά από τη σκληρή ορθολογιστική πραγματικότητα.
Στο τέλος όμως για όλους όσους μοναχικά περιδιαβαίνουν τα βουνά και μόνοι ζούνε δίπλα στη φύση οι απαντήσεις δίνονται και είναι μακριά από κάθε μύθο.
Και αυτό γιατί τους αναγκάζει να ρισκάρουν πηγαίνοντας τους κάθε φορά ένα βήμα παραπέρα, γιατί τους μαθαίνει να συνομιλούν με το δαιμόνιο μέσα τους γνωρίζοντάς το καλύτερα και γιατί εντέλει δείχνει την πραγματική τους θέση στον κόσμο αυτό.

Με το βλέμμα ψηλά

“Δεν είμαι ελευθερωτής, οι ελευθερωτές δεν υπάρχουν, οι άνθρωποι πρέπει να ελευθερώσουν τον εαυτό τους. ” (Τσε Γκεβάρα)

Πόσο εύκολο είναι όμως να ελευθερώσουμε το νου μας; Τι πρέπει να γνωρίσουμε πρώτα, τον κόσμο μέσα μας ή έξω από εμάς; Νομίζω ότι για εμένα είναι μια αμφίδρομη διαδικασία με απώτερο σκοπό όμως την καλύτερη γνώση του εαυτού μας, εντός αλλά και εκτός του κοινωνικού συνόλου.
Γιατί όμως σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί έχουν αξία τέτοιες σκέψεις σε ένα blog για τη φύση και τη φωτογραφία;

Η φύση είναι ελευθερία και αυτό θα σου το πουν όλοι όσοι ασχολούνται γύρω από αυτή είτε σαν χόμπι είτε σαν εργασία. Το να βρίσκεσαι, λοιπόν, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, από μόνο του σου δίνει την ευκαιρία να ξεφύγεις από τα δεσμά της σύγχρονης αστικής ζωής.
Όμως γιατί; Τι αφήνεις πίσω; Σε ένα γενικό πλαίσιο θα ήταν εύκολο να πούμε ότι αφήνεις υποχρεώσεις, λογαριασμούς, χρονοδιάγραμματα κτλ. Επομένως, έστω και προσωρινά, είσαι ελεύθερος.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό.. μαζί με όλα αυτά αφήνεις πίσω σου και περιορισμούς, οπτικούς περιορισμούς, στο πως να αντιλαμβάνεσαι το χώρο, αλλά και τη θέση σου μέσα σε αυτόν.

Συνεπώς θα ήταν αποδεκτό να πούμε ότι στη φύση προσδιορίζουμε ή αν θέλετε επαναπροσδιορίζουμε τις ελευθερίες που είχαμε, χάσαμε ή παραδώσαμε για την ασφάλεια και την άνεση της ζωής στο άστυ.

Με τέτοιες σκέψεις, λοιπόν, καταπιάνομαι κάποιες φορές γυρνώντας από μια εξόρμηση ή καθώς βλέπω το φωτογραφικό υλικό της ημέρας.
Αναρωτιέμαι αν αυτό έχει και αποτέλεσματα στις φωτογραφίες μου όσο και στις σκέψεις μου.
Και η αλήθεια είναι ότι έχει, ίσως γιατί με το πέρασμα του χρόνου ωρίμασε το βλέμμα μου ή γιατί έμαθα καλά αυτά τα βουνά. Αλλά κυρίως γιατί τελικά έμαθα να βλέπω τον κόσμο εντός και εκτός του βουνού με άλλα μάτια.

Μια επίσκεψη στον πλανήτη Δέλτα.

Μεσημέρι Σαββάτου και ο χιονιάς καλά κρατεί. Εγώ πίνω τον καφέ μου στα ζεστά και όπως οι περισσότεροι από μας απολαμβάνω το θέαμα.

Όμως κάτι με τρώει… κάτι που δεν με αφήνει να ησυχάσω. Δεν ξέρω αν είναι ο εθισμός που είχα από παιδί στην περιπέτεια ή μια ανάγκη που έχω τα τελευταία χρόνια να απαθανατίζω φωτογραφικά τη φύση και τα φυσικά φαινόμενα γύρω μου. Όπως και να χει, τελικά δεν αργώ πολύ να πάρω την απόφαση· αρπάζω σάκο και φωτογραφική και φεύγω προς τα έξω.
Υπάρχει ένας “πλανήτης” λίγο πιο πέρα από την πόλη που ζω.. δεν τον επισκέφτομαι συχνά, αλλά κάθε φορά που το κάνω δεν το μετανιώνω. Ίσως γιατί πάντα εχει και κάτι καινούργιο να μου δείξει. Αποφασίζω να μπω στην τροχιά του και πλησιάζω με ανυπομονησία.
Το χιόνι τώρα πέφτει ψιλό. Καθώς προσεγγίζω τον στόχο μου η αγωνία μεγαλώνει. Στο καντράν η θερμοκρασία δείχνει – 1.. μια καλή ενδείξη θα έλεγε κανείς σχετικά με τον καιρό, αλλά με τον βοριά να σηκώνει το έδαφος κάτω από τα πόδια σου και με την υγρασία στα ύψη δεν το λες ακριβώς και φιλόξενο τόπο.

Το πρώτο βήμα σε αυτή την “αφιλόξενη γη” γίνεται με κόπο αλλά και δέος. Με όλες τις αισθήσεις “γεμάτες” προχωράω σε ένα κόσμο φτιαγμένο από χιόνι και άμμο, σμιλεμένο με αέρα .

Κινούμαι φωτογραφίζοντας και προσπαθώντας έτσι να τον καταλάβω. Για άλλη μια φορά κάνω κύκλους γύρω του, βλέπω τα ίδια τοπία αλλά κάθε φορά τόσο διαφορετικά.

Εχει μια άγρια αλλά και απλή ομορφιά αυτό το μέρος σκέφτομαι.. τόση που το κάνει σχεδόν εξωγήινο.

Απομακρύνομαι από τους αμμόλοφους προς τον ορίζοντα και ύστερα ξανά προς τους αμμόλοφους. Είναι πολύ χαλαρωτικό να νιώθεις χαμένος όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς πραγματικά να χαθείς.

Τι είναι αυτό που με κάνει να βρίσκομαι εδώ με χέρια και πόδια παγωμένα, αναρωτιέμαι. Ίσως κάποτε για κάποιους να ήταν ανάγκη… ανάγκη για κυνήγι, ψάρεμα, επιβίωση. Τώρα όμως εγώ έχω την πολυτέλεια να στέκομαι μπροστά σε αυτό το συναρπαστικό θέαμα και απλά να απολαμβάνω τη στιγμή.

Φεύγω πίσω, απομακρύνομαι σιγά σιγά προς το όχημα. Σε αυτή την τόσο ξεχωριστή παραλία, στα πλαίσια του εθνικού υγροτοπικού πάρκου στο Δέλτα του Έβρου, αφήνω τα βήματα μου μόνο για να τα ξαναβρώ την επόμενη φορά..

Μικρές εξορμήσεις “Σάπκα “

“…πάλι τα βουνά κοιτάς ” μου λέει για ακόμη μια φορά ο συνάδελφος στη δουλειά, γελάω.. αλλά τα μάτια δε φεύγουν από την οθόνη. Και πώς να μην τα κοιτώ.. είναι ήδη μέσα Οκτώβρη και όλοι οι λάτρεις των βουνών είναι σε μια κατάσταση τρέλας.

Μετά την πρώτη εξόρμηση, το πρώτο Σαββατοκύριακο του μήνα, αλλά και μετά από ένα ήσυχο καλοκαίρι, η όρεξη για βουνό είχε ανοίξει για τα καλά. Το φθινόπωρο έχει μια ασύγκριτη γοητεία για πολλούς και εγώ είμαι σίγουρα ένας από αυτούς . Αυτό το ΣΚ θα ήταν ιδανικό, σκέφτηκα, όσο κοιτούσα τις προγνώσεις του καιρού, με χαμηλές νεφώσεις, χωρίς βροχή και καλές θερμοκρασίες.

Δεν αργεί να ‘ρθει η Κυριακή και εγώ 06:10 είμαι ήδη στο δρόμο προς τα ορεινά του νομού. Όλα έδειχναν ότι θα με περίμεναν οι τέλειες συνθήκες, όμως καθώς πλησιάζω στον προορισμό μου τα πράγματα αλλάζουν. Οι διαδρομές που με τόση ευλάβεια διάλεγα μέσα στην εβδομάδα δεν έχουν δείγμα νεφώσεων ή ομίχλης. “Εντάξει”, θα πει κάποιος, “και τι έγινε”…Ίσως τίποτα, αλλά σκεφτείτε οτι για όσους ασχολούνται με τα βουνά αλλά και τη φωτογραφία, το σκηνικό που εξελίσσεται κάθε φορά γύρω τους είναι καταλυτικό για την απόδοση της ατμόσφαιρας που θέλουν να δοθεί.

Γι’αυτό και λύση ήταν πλέον η Σάπκα, που μαζί με την κορυφή Σίλο, ακριβώς δίπλα, αποτελούν τις δύο ψηλότερες στα ηπειρωτικά του νόμου Έβρου. Κοντά χιλιομετρικά αλλά και υψομετρικά, δεν αργώ να φτάσω στον προορισμό μου. Άγρια και ομιχλώδης η βραχώδης κορυφή της, δεν με απογοητεύει.

Ανέβηκα και περιπλανήθηκα στα γνώριμα τοπία της για να φωτογραφίσω τις γνωστές για μένα γωνιές της.

Όμως κάπου εκεί, μια λάθος στροφή, και ξαφνικά βρίσκομαι μπροστά στο πιο όμορφο λάθος της ημέρας. Ένα υπέροχο δάσος βελανιδιάς που κάλυπτε τη δυτική πλευρά του λόφου απλωνόταν τώρα μπροστά μου.

Αυτό μου αρέσει στο βουνό, δε σταματά ποτέ να σε εκπλήσσει! Μπορεί να περνάς πολλές φορές από το ίδιο μέρος, όμως κάθε φορά να είναι διαφορετικό. Πόσο μάλλον όταν βρεθείς μπροστά σε μια γωνιά του, άγνωστη μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Απόλαυσα για ώρα τη μυστηριακή ατμόσφαιρα εκείνου του δάσους και αφού πρώτα συμβουλεύτηκα το χάρτη, κατηφόρισα για να πιάσω το μονοπάτι λίγο πιο κάτω.

Εκεί για άλλη μια φορά το τοπίο άλλαζε, οξιές μαζί με βελανιδιες έκαναν τώρα το δάσος να φαντάζει παραμυθένιο.

Το εξερεύνησα για λίγο, μένοντας ενθουσιασμένος από τις προοπτικές αυτής της νέας ανακάλυψης. Όμως ο χρόνος τελείωνε και εγώ έπρεπε να αφήσω την περαιτέρω διερεύνηση του για μια επόμενη φορά. Συνέχισα προς την αρχή του μονοπατιού και αφού πέρασα τα ορεινά ανοίγματα του, δαρμένα από τους δυνατούς βοριάδες, έφτασα στο αυτοκίνητο.

Δεν είναι δύσκολο να χάσεις την αίσθηση του χρόνου όταν βρίσκεσαι εδώ.. και αυτό μπορεί να είναι τρομακτικό για κάποιους. Δεν τους αδικώ.. έχουμε ορίσει τη ζωή μας σε χρονικά ορόσημα, θέλοντας έτσι να έχουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Το βουνό θέλει σεβασμό και σίγουρα έχει τους ρυθμούς του.. απλά το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι να εναρμονιστούμε .